Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Γραφική μου Μητούλα

                                                               [ Εικόνα απο το διαδίκτυο]


Μας μοίραζε μια μια απ' τις μετρημένες της ανάσες,
λίγο απ' την παλιά αρμύρα της και κάτι λίγο ακόμα 
απ' το κύμα που 'κρυβε με προσοχή στον κόρφο.
"Τέρα 'δω, σε πνίγει το κύμα άμα θε να παίξεις με δαύτο
και δεν το σεβαστείς.
Θαρρείς κι είναι άνθρωπος, σε καταριέται"
Στην ώρα της έπαιρνε και το πονετικό το ύφος. 
"Με το ρέγουλο το κύμα. Με το ρέγουλο.
Άμα δεν έχει μπέσα που σε λέω 'γω
μια στη μεσιά και δίνε του
Παντού θάλασσα ο θεός.."

Η παχουλή της μύτη ξεχώριζε στο παλιό της πρόσωπο,
με δυο αυλακιές στα πλάγια της, απο ρυτίδες
με χρησιμότητα να βρίσκουν διέξοδο τα άτονα δάκρυα 
προς το πεσμένο της πιγούνι
και κάπου στο λαιμό να σβήσουν 
στην έναρξη άλλης μιας διδαχής
όσο να βράσει ένα φαΐ
κι ο ήλιος να κάψει απ' το νότιο παράθυρο.

Κάπου εκεί έφτανε στην πόρτα
με την ίδια καλή κουβέντα που, δεν θα την πω,
καθώς μου 'ναι πολύτιμη ως κληρονομιά στη μνήμη
και τη βαστώ, σα φοβισμένο τσόνι στην παιδική μου φούχτα
ανήσυχο και ξεπαγιασμένο απ' το χιόνι
που ζεσταίνω στο στήθος μου.

Σε μια φωτογραφία- εικόνα γραφική
έσερνε τα μαύρα της ρούχα ως τ' αδιέξοδο
να πλημμυρίσει με νερό,
ανασκουμπωμένη
με τον κόμπο περήφανα δεμένο στο τσεμπέρι  
να πετά σαν την ουρά του πετεινού
και να μοιράσει βραχνές αρχαίες καλημέρες
στις περαστικές 
η να κεράσει έναν ζεστό, γλυκό τσιτσιρίγκο...

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012


Όσες φορές θα μ' ακούς
οι μέρες μου θα χτυπιούνται από κατάντια.
Και τις ώρες τους μαρτυρικά θα σπρώχνω να κυλούν
Τα μάτια θα σκύβουν υποτακτικά στη θέληση
κι η  ορμή θα έχει ξεθυμάνει.
Ο αγώνας θα είναι παρελθόν
κι οι ατέλειωτες τιμές στους ήρωες σου
αποτυπώματα στα δάχτυλα.

Τόσες  λέξεις...

Οι μισές δικές μου
 Άγαρμπες γροθιές
που σκουντουφλάγανε με δύναμη πάνω στην άγνοια
και οι μισές το γέλιο σου
συγκατοικούν ανέμελα ακόμα
στη δύνη του χρόνου,
άκου τες.
Μας χλευάζουν που δεν είχαμε χρόνο
Που δεν είχαμε το θράσος να πατήσουμε το άβατο
και κύλησε αργό ποτάμι η επιθυμία στη σκιά των πλατανιών,
μουρμουρίζοντας έρωτα απ' τα βάθη του.

Όσες φορές θα θυμάσαι να γυρνάς μια ελπίδα πίσω
Εκεί που θα σε περιμένει 
στις άκρες του κόσμου μια επανάσταση
κι εγώ θα έχω γράψει το Ε.

Όσες φορές θα πονάς 
βρες παρηγοριά στις λέξεις μου
που ζωγραφίζουν την ευχή μου -φάρμακο.
Και κίνα ξανά να κατακτήσεις την ιδέα σου.

Όσες φορές θα με βλέπεις θα είναι όνειρο
και το άγγιγμα ποταπή ψευδαίσθηση της αφής
ξεριζωμένη απ' το θέλω σου.
Άπλωσε το χέρι σου και μην το πιστέψεις.

Όσες φορές θα μ' ακούς
θα είναι το τραγούδι της γαλήνης μου
που γυρνάει φάντασμα ασύχαστο.
Θα σε ρωτάω πάντα φιλί μου, 
πόσες φορές ξημέρωσε.
Θα σου δείχνω.
Τόσες φορές έφυγες.
Όταν θα μ' ακούς, θα σου λέω
τόσες φορές πέθανα... 




Στον κρόταφο κολλημένο
όπλο
να φοβηθώ
να μην τολμήσω να τους φοβερίξω
Στο στόμα μπουκωμένο
πατσαβούρι
Να μη μιλώ
Να μη φωνάξω το όνομά της-
κι ακούσουν και το θυμηθούνε,
στρατιές ανθρώπων
που ξεχάστηκαν στα δικά τους μπουντρούμια
σαν τους λεπρούς
κι αργοπεθαίνουν δίχως του ήλιου το φως


Στα πόδια μου αλυσίδες βαριές
Να γίνει δύσκολο,
ακατόρθωτο το βάδισμά μου
Μακριά πολύ να μη μπορώ να φτάσω
ως τους συντρόφους η ως τη θάλασσα


Να με βρεις.
Αν το θες στην αυλή μου.
Στο δρόμο
Σε μια πλατεία.
Να συνάξουμε έναν μικρό πόλεμο.
Να συρθούμε με τις αλυσίδες έξω
Να φωνάξουμε πίσω απ' τα πατσαβούρια.
Δε φώναξε η φωνή ποτές
Η ψυχή μας ούρλιαζε ακατάπαυστα


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Αναρωτιέμαι ακόμα πόσο οι λέξεις 
βουτηγμένες στο τίποτα,
πόσο μεγάλη σημασία έχουν,
σε σύνδεση απόλυτη με τα μάτια...
σε πλήρη αρμονία με τη φωτιά.


Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Απόσπασμα ξεριζωμού



Σηκώναμε σταυρό πύρινο
ορθά τα γόνατα
τα μάτια ψηλά
Κι η Παναγιά μας πρόσφορο
το δάκρυ της
σεμνά στο πλάι
αχνά ακουμπώντας μας
με το κουράγιο της
αέναο
Ο δρόμος μακρύς, μάνα
ο ιδρώτας λειψός απ' τη δίψα
στ' ατέλειωτα χωράφια μας 
που κατά πίσω μας ξεμάκρυναν,
ποτισμένα απ' το μόχθο σου
και λουσμένα 
στα πιο γλυκά σου γέλια
την ώρα στο ξαπόσταμα 
στον πέτρινο φράχτη.


Κοιμήσου 'συ στο παλιό σου μνήμα
τα μάτια κλειστά καλά να βαστάς
μη δεις
τούτον τον ουρανό που κοίταξες
στα χρόνια της φωτεινής σου αυγής,
τις χρυσοπόρφυρες ανταύγειες
παρέα του θεού στο νυχτερινό τους κατευόδιο,
τα σύννεφα που σε ταξιδέψανε,
αντίο μη δεις να γνέφουν.


Πουθενά, μάνα, 
καμιά λησμονιά δεν καρτερά
καμιά αγκαλιά ζεστή σου
εκτός απο τον τάφο σου...
Κι όσο κοντεύει ο δρόμος, μάνα,
καμιά πατρίδα ξενιτιά
τα δυο σου χέρια
κεριά αναμμένα, 
στο μπόγο μου ανάσα να σταθείς να πάρεις.
Να γύρει το αναφιλητό μου
στο αργό τραγούδισμα της προσευχής σου
στον πιο μακρύ μου διωγμό
με νεύμα λεύτερο να σιγοντάρει..

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ρώτησέ με για το ανέλπιστο


Ρώτησέ με να σου πω
πώς ταξιδεύουν τα ακυβέρνητα όνειρα
στις φουρτούνες του νου.
Ρώτησέ με,
που ρίχνουν άγκυρα
για ξαπόσταμα
άμα λάχει αίθριος καιρός
στην αχαλίνωτη σκέψη
στη βαθιά σπηλιά της ψυχής
που πνίγεται σε μια στάλα ανάμνησης,
που δε στραγγίζει με το πέρασμα του χρόνου...
Οι ονειροπαγίδες άχρηστες,
πάνω απ' το κεφάλι σαν εκκρεμές.
Αισιοδοξία μάταιη
που τρεμοπαίζει στα ακοίμητα βλέφαρα
περιμένοντας σαν αυλάκι στην έρημο,
τη βροχή.
Ρώτησέ με.
Πε μου να ψάξω κάπου
να βρω μια ήσυχη θάλασσα
να πλεύσω ήρεμα
κι ύστερα να αράξω σε απάγκιο,
να κατευνάσω τα δαιμόνια που
στριγγλίζουν και φωνάζουν μέσα μου.
Δε ζω ειρηνικά πια μαζί τους.
Ρώτησέ με·
μπορώ να χαρίζω κάθε μέρα
τη μια μου ζωή στο ανέλπιστο;


τζιάτζιου μαρία

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Κίρκη

Στα μύχια του είναι σου
τους θυρεούς διπλοκλειδώνεις ώρες ατέλειωτες.
Πράο σινάφι όσο κείτονται
Ξεσπάει απ' τα κατάβαθα η Κίρκη
Κρωγμοί βατράχων
Σείεται η γης την περπατάς κι αυτή σαλεύει
και λαχταρνάει τους  τρελούς, ν' αποτελειώνουν.
Αδειάζεις τα μπουντρούμια με τα χέρια σου
πρόστυχα μαζώματα όξω πετάς
μα ψάχνεις πάλι να τα κρύψεις
Μεθάς τα μπλόκα του κακού
γύρω από πτώματα
να φέρει η μέθη το χορό και το κακό χορεύει,
μέσα σε κόκκινες ανήθικες φωτιές
του δαίμονα παιδιά που χαίρονται
Σφήνωσε το κεφάλι σου
ως τις άκρες του κόσμου
φαρμάκι ύπουλου φιδιού κρύβεις στα μάτια.
Μάζεψες λάφυρα χτες και σήμερα
κι ό,τι απ'τ'απομεινάρια
Και πλένεις χέρια

Μα άκουσα το νερό να τρέχει



Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012


Φύσηξέ με, με την πνοή που δίνει αιώνια ζωή 
Φώτισε με, με το πιο καθάριο φώς 
Κράτησε με 
Δείξε μου το δρόμο να βαδίσω με τα μάτια κλειστά 
Οδήγησε με σ' ο,τι αγάπησες 
Σ' ο,τι λαχτάρησ' η καρδιά σου 
Στα πιο απόκρυφα του νου τα μονοπάτια 
Κι εκεί αν το θες,για χάρη στο ζητώ,φυλάκισέ με 

Να ζήσω πίσω απ' τα βρόχινα σου λόγια 
Πίσω απ' τους κρυσταλλένιους καταρράκτες των ματιών σου 
Να νιώσω το ΕΣΥ..... τόσο μέσα σου.... 
Στην εκκωφαντική βοή της σιωπής σου 
Στους λίθινους ψαλμούς της αγάπης σου 
Στην πράσινη λίμνη της νιότης σου 
....Στο φως του κόσμου 


Κλείσε απαλά την ανάσα μου μέσα σου, 
δροσοσταλίδα στ' ατέλειωτο καλοκαίρι 
Κάνε με αστέρι στον απέραντο, βραδινό ουρανό σου 
ή ένα βότσαλο,στις πιο βαθιές 
στις πιο αρμυρές σου θάλασσες... 
Και βρες με πού και πού 
σ' ένα όνειρο 
σ' ένα μεσημέρι 
η σ' ένα θάνατο 
κι ως να ξυπνήσω 
να βραδιάσω 
η να πεθάνω 
... αγάπησε με

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Τόσα λόγια ξημέρωσαν μαζί μου
Κι ως τ' απομεσήμερο
Ούτε μια λέξη δεν απόμεινε πλάι μου..
Τόσα λόγια χαϊδέψαν
Την επιθυμία μου να σ' έχω 
Κι ούτε μια έννοια συντροφιά μου δε στάθηκε
Τόση ηχώ έσπασε την ησυχία μου
Κι έμεινε η ηχώ, μαύρο κουβάρι στο κεφάλι μου
Με δίχως άκρη ...




Σερνόμουν με τα χέρια και τα γόνατα.
Ο δρόμος τραχύς.
Μάτωνα.
Η ψυχή χυνόταν κάτω απ' τα πόδια μου.
Την πατούσα με το μηδέν της αντοχής μου
και τα χέρια μου κολλημένα στο έδαφος
ανήμπορα να κρατήσουν την καρδιά να μη σπάσει.
Κι εκείνη πέτρωσε.
Άδειασα
Τώρα
Δεν έχω άλλη συγνώμη για κείνη.
Τις έχω όλες κάψει
στο υπεράνω του εγωισμού
Κι έτσι κενή στο βυθό της αγάπης και άτολμη,
άτολμη μπροστά στην ώρα της αλήθειας
με την καταδίκη μου υπογραμμισμένη στα κόκκινα
και τη σημαία της δύναμης κουρελιασμένη,
θα πνιγώ, να πεθάνω μια φορά ακόμα.
Στον υγρό τάφο της αγάπης,
δροσερός σαν το πρώτο φιλί σου που δεν είχα,
αγκαλιά του θα λατρέψει τη σήψη μου
να  σε λιώσει να στάξεις
μια μια τις σταγόνες σου
στην πιο παλιά μου ανάμνηση
που τρίβει το μυαλό σου σαν γυαλόχαρτο.

Που να χωρέσει ένας πνιγμός στη λύτρωση!
Μια ανάσα ακόμα στη ζωή δεν θα χωρέσει!



Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012








λόγια καρφιά

Όσα λόγια δε γίνανε καρφιά στο σταυρό μου
πετούν ακόμα γύρω μου
ανυπότακτες οπτασίες...
Δεν τις καταχωρώ πουθενά αγάπη μου
για να έχω λόγο
να σε ψάξω.
Να σου ζητήσω να μου πεις και να είναι ψέματα
κι ο αληθινός μου λόγος 
να είναι μόνο βλέμμα, φωνή κι αφή
αιχμηρή συνουσία.

Η αρχή δείχνει πάντα προς το τέλος...
κι εγώ έκρυψα από την αρχή τα μάτια μου..
γιατί το τέλος δεν μας πάει..

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Φωτιά



















Πετώ..Πετώ αργά.
Πετώ με χάρη ανάμεσα από σκιές.
Με το κεφάλι γεμάτο φτερά που παίρνει ο αέρας
κι ένα χαμόγελο- λύπηση..
"πότε θα φτάσω"
Πετώ..
σ' ένα φωτισμένο σκοτάδι  από μια φωτιά στο βάθος
που όλο με καλεί με τις προκλητικές της φλόγες, να μ' έχει.
Μ αφήνει να δω τις κόκκινες γλώσσες της
να κυματίζουν μέσα απ' τον τρελό της βούρκο,
η σιχαμένη σειρήνα...
Μ' ανοίγει το στόμα της και καγχάζει
με τόση γλύκα
ενώ διαγράφω μουσικές τις χάντρες μου
και κροταλίζουν στον αέρα.
Τρέχω...
με τα φτερά ορθάνοιχτα
σαν την ψυχή όταν γελάει
βαμμένα άσπρο μαύρο για την ευτυχία μου
σαν άγγελος μιας  ρόδινης καταχνιάς
που ζει σε βάραθρο κι ελπίζει.

Μα που να φτάσω τη φωτιά
που δε με θέλει 



Περνούν  χειμώνες απ' τα μαλλιά μου
στο ασήκωτο κενό που αφήνει η καύτρα μου 
στο πέταγμά μου στον αέρα. 
Και ξεμακραίνει η νύχτα μου
και  η αναμονή μου σπάει.
Και λογαριάζω το μακριά σαν υπνοβάτης.

Και τη φωτιά, σπαραχτικά τη θέλω..




Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Μια στιγμή μαζί σου





Άκου με 
και πάρε τον ψίθυρο μαζί.
Κοίτα με 
και πάρε την εικόνα.
Ύστερα
κάνε με μύθο
σ' ένα παλιό βιβλίο που θα πετάξεις 
Κάνε με πετραδάκι κάτω απ' τα παπούτσια σου
σ' ένα δρόμο που θα βαδίσεις.
Φωτιά,  κάνε με
ν' ανάψω ένα  τσιγάρο σου
ή καληνύχτα, να με πεις μια φορά.
Κάνε με δευτερόλεπτο
να περάσω απ' τη ζωή σου.
Σπασμένο δάκρυ 
να κυλήσω από τα μάτια σου
ή ένα αχ που θα πετάξει απ' τη φωνή σου..

Έφτανε πάντα μια στιγμή να είμαι μαζί σου. 

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012



                        




Που ακόμα δεν έβαψα τα λόγια με πόνο;
Αφήνω κρύο να πλαγιάζει με θάνατο !


Απάνω σε μια εγκαταλελειμμένη στροφή έχασα το στόχο.
Κι οι επιθυμίες συγκρούονται με τύψεις
σε καπνούς από τσιγάρα
σε μια πανοραμική θέα παν' απ' τα πόδια μου


=ακμάζουσα εισβολή της περιέργειας=


=Με παράτησε πάλι σε σκοτεινό Φόντο=


Δε με νοιάζει αν δεν κατάλαβες....


-Ντρέπομαι όμως.


-Δεν ακούς;
-Δεν ακούς!
Δεν ακούμε μαζί την εικόνα που μας αλλοιώνει.
Αλλά πάλι και πάλι, δε σβήνω το ρημάδι.
Θα το καπνίσω μέχρι τέλους.
Ε, πόσο πιο πολύ να μου θολώσεις εσύ το μαύρο;
Πόσο λερώνει η σκιά;
Πόσο περισσότερο να ξεράσεις κι εσύ απ 'την ουτοπία;
Έχεις ποτέ ξαπλώσει μαζί της;
-Σχισμένο πανί σε καράβι είναι
που σε δίνει στο διάβολο σε τιμή ευκαιρίας.


*Θα το καπνίσω ολόκληρο μπας και την ακούσω, γιατί,
έχω στήσει τ' αφτί μου τόσα χρόνια κι ακόμα
δεν πήρε τίποτα.
*Θα το καπνίσω ολόκληρο!
Πόσο παραπάνω μπουκώνει η αξιολάτρευτη αμαρτία τα σωθικά
από τόσα βρώμικα λόγια που μπουκώνουν το στόμα...
Ρε δε γαμείς!


Πόση σκάλα είν' από 'δω ο παράδεισος;


Θα σκίσω ένα παντελόνι ακόμα και θα πάρω ανάσα...





Ο κάθε τυχαίος αφήνει εδώ τη σκόνη του.

Ο κάθε περαστικός εφορμά κι αρπάζει
Ο κάθε -μας-
Ο κάθε 


Σκυλιά κοπρίτες βολοδέρνουν  γερασμένα πάνω κάτω
πεταμένα, με τα κολάρα ξεχασμένα πάνω τους
Σαν αφεντικά να μην είχαν ποτές.
Σαν να μην γλύψαν τη χούφτα κανενός γεμάτη  
από δυο ψίχες κι ένα κόκκαλο,  ποτές.
Κι εδώ έξω απ' τον καφενέ μας, 
σκυφτά μυρίζουν δίπλα απ' τα τα πόδια μας
να χορταστούν από την ιδέα που φάγαμε 'μεις
Εμείς ο -κάθε-
Ο κάθε..που χόρτασε από την ιδέα του.
Που περαστικοί φανήκαμ' από 'δω -κι εμείς-
τυχαίοι,
ερχόμενοι από πιο μεγάλους καφενέδες,
μα δίχως λουρί και κολάρο.
Με ελεύθερο το λαιμό να γυρνάει κατά που τον ορίζουμε.
Μοναχά...να. Τα ποδάρια μας φορούν παϊβάνια..
και τα στόματά μας, φίμωτρα!

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012




  Είναι στιγμές που ξανακάνουν τον κύκλο τους...
κι η βροχή συνοδεύει στο κατευόδιο  τις επιθυμίες  τις προσδοκίες ,
τα όνειρά μας...
πάντα απρόσκλητη, 
σαν για να μας εξιλεώσει που  ανοίξαμε την αγκαλιά στην α δ ρ ά ν ε ι α,
σαν γιατί,    έτσι
αναγνώρισε τον  πόθο  
ως παλιό αγαπημένο έπιπλο στη γωνιά της ζωής,
καλογυαλισμένο,  στεκούμενο,  κενό.



Κάτω απ΄τη στέγη κανείς μας  δεν ξεπλένεται..
Οι στιγμές παρέρχονται...
Κληροδοτούμε το παλιό μας έπιπλο 
με τη συνείδηση κλειδωμένη μέσα
κι αποφασίζουμε στα γρήγορα τη μοίρα των ύστερων

Στο μακρινό μέλλον ήμασταν ένας ακόμη χαλαρός κρίκος;
                                                                              ...

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Είναι μια εικόνα
που γυροφέρνει στα μάτια μου
κι ένας ήχος αχνός που
σπαταλιέται αλύπητα να με ταράζει
πίσω από μια αχλή.
Είναι δυο χέρια που αργά κινούνται
κατά πάνω μου
ν' αρπάξουν το στεφάνι της ησυχίας μου
κι ίσως και να τσακίσουν τη δόξα της,
στις άναστρες νύχτες που
ξεφορτώνουν  κόπους 
οι αθανασίες μου.
Είναι ο εφιάλτης ολοζώντανος
που κατοικεί μαζί μου...
Πετάει τα πετσιά του γύρω μου και
αηδιαστικά και γλοιώδη
κολάν στους τοίχους μου.
Δε μ' αφήνει ν' ακουμπήσω
την αδύναμη βούλησή μου
να την περιθάλψω..
Δε μ' αφήνει να αναπνεύσω
την αυθόρμητη απόφαση να χορτάσω!
Δε μ΄αφήνει

Δε μισώ...
δεν τον μισώ τον εφιάλτη..
Μισώ τα χέρια μου
που του ανοίγουν την πόρτα
Μισώ τον τρελό εγωισμό μου, που,
τον υποδέχεται και
με εγκαταλείπει μόνη μαζί του.
Μισώ το παρελθόν
που του επέτρεψε να αυτομολήσει
και δεν τον φίμωσε,
δεν τον έδεσε στο δέντρο
που κρεμούσα τη νωθρότητα
απονήρευτη για τα σχέδιά του...

Δεν ήξερα τι παρέδιδα στο μέλλον...

Κανείς δεν είπε πως,
δεν κλειδώνεται ο εφιάλτης
στο σεντούκι με τα παλιά πράματα..
Κανείς δεν είπε
πόσος πόνος χρειαζόταν ακόμη 
για να χτίσω έναν παράδεισο..





Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Θα αποτεφρώσω μια δέσμη χαράς
κάπου στην ανάπαυλα της νύχτας..
με το πρώτο αχνό σου φως..
Αιώνια θα τη σκορπώ
σαν φεγγαρένια θύμηση 
σαν λύπηση ωχρή, 
ως το τελευταίο 
άπλετο χρυσάφισμα του ήλιου,
μικρό, μικρό σημάδι μου,
απόκοσμο αερικό
κι εγώ θα λείπω.

Θα λείπουμε κι οι δυο
απ' το πιο λάγνο σκίρτημα
της δύσης,
απ' την τραχιά
την πιο υγρή μας νύχτα,
απ' τη σιωπή
που αγκαλιάζει
την αχόρταγη γύμνια μας..
εκεί που οι δαίμονες 
τρελά χορεύουν με το δέρμα
και μεθούν με τις σταγόνες μας...
που το ντουμάνι από τα χνώτα μας
βάφει το τζάμι έρωτα....

Εμείς
Φτωχό μου άγγιγμα  

Θα λείπουμε
απ' τις πληγές που ορθώνει η άβυσσος



Ασημένια μου αυγή
μικρέ, μικρέ κατακλυσμέ μου,
αδιόρθωτα πλάνε μου εγωισμέ .... 


                                                                                     

¨Γράφε και ζωγράφιζε και κοίτα την ψυχή σου.
μην την προδίδεις για μια ζωή συμβατική...¨


                                  ..........................................Νόνη Σταματέλου



[Τον έχεις στη σκιά σου]
       Σοφία Βλάχου
    Ζωγραφική σε ξύλο