Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Δρόμοι είναι οι ψυχές που κάποτε τυχαίνει να σμίγουν οι ιστορίες τους. Η διμερής, από κοινού, κατάθεση, χαράζει δικές της γεωδαισιακές, που συναντώνται στην καμπύλη γεωμετρία της ποίησης απ-αγγέλοντας στίχους :




Άτιτλο
Την αρμονία του σύμπαντος ανατρέπω!
Ω φάσμα εσύ του παλιού αιθέρα
καλώ σε τη ντάμα σου ν' αγκαζάρεις
έτσι που οι στροφές της ν' αργέψουν.
Οι μέρες μήνες να γινούν,
οι μήνες χρόνοι
και στο καιρό πόδια χελώνας να φυτρώσουν.

Στου χρόνου το βέλος τρυπώ την ανάγκη!
καρφωμένος βιγλάρει στη γέφυρα,
σφυρίζοντας τη μπαλάντα του ιπτάμενου Ολλανδού,
ο πλοηγός της τρικάταρτης φαντασίας μου
που πρόβαλε στις δίνες ενός νεφελώματος,
της ίδιας του της έκρηξης ανεμοσκόρπισμα.
Πάγος και άνθρακας!
Παραφωνία στα νιόφερτα άστρα.
Πλάνης• ένα σε διαρκή αγυρτεία μετέωρο,
περιδινούμενος ίλιγγος
με απαστράπτουσα ουρά σελαχιού,
σκαρί μαθημένο στις απρόβλεπτες τροχιές της μέθης,
ιππότης της ελεεινής μορφής που,
αντίθετα από τον τρελό του Θερβάντες,
παίρνει τους γίγαντες για ανεμόμυλους•
χορευτής κάθε μάχης χαμένης.
Ω τι πορτραίτο ελκυστικό!
Και πως να ξύσω το κάρβουνο
σε τούτη την υποδόρια έξαρση;
κι' αυτό το στημένο στο ικρίωμα κρανίο,
η αψιά του αδιαφορία σαν την σκιά φτερούγας
π’ ανοίγει διάπλατη στου νου του το πέταγμα.
Καρφιτσωμένοι αιώνες στο χαρτί μου
και γω, ανέγνοιαστα στου κόσμου τις άκριες,
σμίγω σούσουρα με ντοκουμέντα,
τα κοπανώ στο γουδί μου, τ' αλέθω•
Ρυτίδες αρότρου χαράζει η σμίλη μου
σε αγρούς ξανά οργωμένους
στων ματιών του τα χάσκοντα βάθη.
Άτιτλο λέω ν'αφήσω ετούτο το σκίτσο.
Ανωνόμαστο σαν τον πλάνητα ποιητή μου
για να μαντεύουν στις λοξές και στις κάθετες
πως σπέρνεται στα έγκατα η απόγνωση και
στα ουράνια τα στάχυα της θερίζει η ελπίδα._
Μαρία Τζιάτζιου
Δημήτρης Νικηφόρου
27- 4 -2013






Σάββατο, 20 Απριλίου 2013


Κι η μνήμη μπλάβιζε στο χρόνο
Ρημαγμένη απ' τις νυχιές αδιάφορων συμβάντων
Περαστικών
Κι η ορμή ξεθύμαινε σπρωγμένη απ' των ευθυνών τη βιάση

Κι οι μέρες μου μοιρολοΐστρες πάνω απ' τα χαρακώματα της νύχτας
Απόμειναν στα μαύρα τυλιγμένες να πενθούν
Για όσα τα όνειρα ψιθύριζαν για τ' αύριο


μαρια
   Φωτογραφία: Κι η μνήμη μπλάβιζε στο χρόνο
Ρημαγμένη απ' τις νυχιές αδιάφορων συμβάντων
Περαστικών
Κι η ορμή ξεθύμαινε σπρωγμένη απ' των ευθυνών τη βιάση 

Κι οι μέρες μου μοιρολοΐστρες πάνω απ' τα χαρακώματα της νύχτας
Απόμειναν στα μαύρα τυλιγμένες να πενθούν 
Για όσα τα όνειρα ψιθύριζαν για τ' αύριο

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

'' Russ the soviet '' by Sergei Yesenin

Ο τυφώνας έχει περάσει. Μείναμε μόνον λίγοι επιζώντες.
Πολλοί απουσιάζουν από το προσκλητήριο των φίλων.
Επέστρεψα πάλι στην έρημη γης,
Απ' όπου έλειψα για οχτώ χρόνια.

Σε ποιόν να στραφώ; Με ποιόν μπορώ να μοιραστώ
Τη μελαγχολική χαρά που είμαι σώος και ζωντανός;
Ένας μαγκούφης ανεμόμυλος στέκει ορθός ακόμη εδώ
Σαν βαλσαμωμένο πουλί μ' ένα φτερό - μάτια κλειστά.

Άγνωστος είμαι σε όλους εδώ.
Κι' όσοι θυμούνταν, μ' έχουν από καιρό ξεχάσει,
Και κει που κάποτε ακόμη ήταν το πατρικό μου
Απόμειναν στάχτες κι' ένα λεπτό στρώμα σκόνης του δρόμου.

Όμως η Ζωή βράζει.
Η Ζωή προχωράει γοργά.
Φρέσκα και γερασμένα πρόσωπα με προσπερνούν βιαστικά
Αλλά κανείς δε μου γνέφει, κανέναν δεν χαιρετώ
Σε κανένα βλέμμα δεν μπορώ να βρω καταφύγιο.

Και στο κεφάλι μου μπαινοβγαίνουν σκέψεις βουϊζοντας.
Τι σημαίνει πατρίδα;
Μην είναι τάχα μόνον όνειρα;
Γιατί για όλους σχεδόν εδώ, είμαι ένας προσκυνητής,
Ένας αγύρτης θλιβερός, ποιος ξέρει από τι μακρινό ταξίδι.

Και να' μαι λοιπόν!
Ένα έκθεμα ενός τόπου
Όπου το μόνο ενδιαφέρον που θα' χει είναι πως
Μια απλή χωριάτισσα έφερε στον κόσμο εκεί μια μέρα
Έναν θερμόαιμο ταραξία Ρώσο ποιητή.

Μα πάλι του νου η φωνή μιλά στη καρδιά.
'' Έλα σύνελθε! Γιατί ενοχλείσαι;
Είναι το νιόφερτο φως που φέγγει
Στα βαγόνια μιας άλλης γενιάς.

Αλίμονο, οι ανθοί σου τείνουν στην πτώση.
Τώρα άλλα τραγούδια τραγουδιούνται από άλλα χείλη,
Που όπως φαίνεται είναι πιο ελκυστικά, -
Δεν είναι ένα χωριό η μάνα τους, αλλά ο κόσμος ''.

Αχ, πατρίδα, πόσο γελοίος μπορώ να γίνω!
Τα βαθουλωτά μάγουλα κοκκινίζουν μ' ένα θαμπό πορφυρό,
Η γλώσσα των συμπατριωτών μου μου είναι ξένη,
Είμαι ένας έπηλυς στην ίδια μου τη χώρα.

Και να που βλέπω
Τους χωρικούς τη Κυριακή,
Συγκεντρωμένους σαν κοπάδι, όπως πριν μπροστά στην εκκλησιά,
Να ανταλλάσσουν τις καθημερινές τους έγνοιες
Με τα γνώριμq μεγαλόφωνα πρόστυχα λόγια.

Πέφτει το σούρουπο, και ο ήλιος ραντίζει
Μια υγρή χρυσόσκονη πάνω από τα ασημένια λιβάδια.
Και οι λεύκες κρύβουν τα γυμνά τους πόδια στ' αυλάκια
Όπως οι φράκτες κρύβουν τις κνήμες των μικρών μοσχαριών.

Ένας χωλός υπναλέος απόμαχος του κόκκινου στρατού,
Εις ενθύμηση, τεντώνοντας το ζαρωμένο του κεφάλι,
Διηγείται ιστορίες, υπερβάλλοντας, για τον Budyonny,
Και την ανακατάληψη του Perekop από τους κόκκινους.

'' Κι' έτσι έγινε η συμπλοκή, κι' από τις δυο μεριές,
Οι μπουρζουάδες... εκείνος εκεί... κάτω στη Κριμαία... ''
Και οι σφενταμιές συνοφρυώνονται σμίγοντας τα κλωνάρια τους
Και οι γυναίκες βαριανασαίνουν με φόβο στο βουβό λυκόφως.

Οι ντόπιοι Κομσομόλοι παρελαύνουν στη δημοσιά,
Και, με την φυσαρμόνικα να να παίζει δυνατά
Αντηχώντας στην κοιλάδα με εύθυμους τόνους,
Τραγουδούν του Demian Bendy τα παραπειστικά ποιήματα.

Ω! Τι χώρα! Γιατί στη κατάρα βροντοφώναξα
Στις ρίμες μου ότι ήμουνα ένα με τις μάζες;
Σήμερα η ποίηση μου δεν έχει πια ζήτηση,
Και, πολύ πιθανόν, ούτε εγώ χρειάζομαι πια εδώ.

Πάει καλά!
Συμπάθα με μητρική γη.
Για όσα ήμουνα χρήσιμος, μ' αυτά μόνο νοιώθω ικανοποίηση.
Κι' ας μην τραγουδιούνται οι στίχοι μου τώρα,
Εγώ τους τραγούδησα στο προσκεφάλι της άρρωστης χώρας μου.

Όλα τα παίρνω όπως είναι.
Τα αποδέχομαι όλα και τέλος.
Είμαστε σύμφωνοι, θα κρατήσω μακριά τον απόβλητο.
Ενέχυρο θα βάλω τη ψυχή μου για το Μάη και τον Οκτώβρη,
Μόνο τη λύρα μου ποτέ δεν θ' αποχωριστώ.

Δε θα τη δώσω σ' αλλουνού τα χέρια κανενός,
μήτε στη μάνα, τη γυναίκα μου ή σε κανέναν απ' τους φίλους.
Τι μοναχά σε μένα εμπιστεύτηκε τούτες τις μελωδίες της,
Σε μένα, κι' άλλον κανένανε, τραγούδησε τα τρυφερά τραγούδια της.

Εσείς οι νέοι να περνάτε καλά και τα κορμιά σας γερά να κρατάτε!
Σας προσμένει καινούργια ζωή, καινούργια τραγούδια.
Κι' όσο για μένα... ξεκινάω για άγνωστες στέπες.
Να γαληνέψει για πάντα η αντάρτικη ψυχή μου.

Μα ακόμα κι' όταν
Στον πλανήτη ολάκερο
Πάψουνε οι φυλετικές διαμάχες
Και η θλίψη και τα ψέματα σωθούνε
Ακόμα τότε θα υμνώ, με όλο
Του ποιητή το Είναι,
Της γης το ένα έκτο
Μ' ένα όνομα τόσο μικρό όπως '' Russ ''.

Μετάφραση : Δημήτρης Νικηφόρου.



Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Κι απέναντί μου, σε μόνιμη θητεία η γκρίζα
στοιχειωμένη θάλασσα
χειροκροτεί τα πάθη μου
Τι να της πω...
Όπως μου αρέσει θα κάνω!
Εγώ για να φύγω ήρθα