Κυριακή 21 Ιουλίου 2013
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
Σ' αυτή τη πόλη -Δημήτρης Νικηφόρου-
σ' αυτή την πόλη
σ' αυτή την πόλη
η μοναξιά
κυκλοφορεί εναλλακτικά στον δακτύλιο.
σήμερα οι μονοί
αύριο οι ζυγοί
και πάει λέγοντας.
στις μοιραίες συγκρούσεις
ο λόγος πνίγεται σε αψιμαχίες
και χυδαίους προπηλακισμούς --
« γαμιέσαι ρε..».
« σε μένα το' πες μωρή κουφάλα;» --
που και που πέφτουνε τίποτα ψιλές
και ύστερα όλα διευθετούνται
με την ανταλλαγή ασφαλιστηρίων καρτών --
« κάνε μια δήλωση ότι φταις ρε φιλάρα
να πληρωθώ κι εγώ να τη βγάλω...» --
απρόσωποι μεσάζοντες αναλαμβάνουν τα περαιτέρω.
σ' αυτή την πόλη
την πόλη μου
η μοναξιά με ανασηκωμένους γιακάδες
τρυπώνει στα μπουρδέλα της Φυλής και της Βάθης
με ένοχη ντροπή που καμπουριάζει τους ώμους.
οι πουτάνες την μυρίζονται
όπως οι ύαινες τα ψοφίμια και ξερογλύφονται
μα δεν είναι λίγες φορές
που τιθασεύοντας το ορμέμφυτο της σκύλευσης
την παίρνουν αγκαλιά τρυφερά
σαν ξεπαγιασμένο χαμίνι στη ξώπορτα
τη ζεσταίνουν και κάνουν τσιγάρο μαζί
ωσότου η καύτρα φτάσει στα κίτρινα δάχτυλα.
στην πόλη μου
έπηλυς πια από καιρό σεργιανώ
βλέποντας την μοναξιά
να μακραίνει τους κυνόδοντες ανθρώπων
που έπαψαν να χαμογελούν και να πειράζονται
ή να λένε « χαθήκαμε αδερφέ, πώς πας; »
ή « πέρνα απ' το σπίτι έτσι για ένα κρασί...»
ίσως πάλι δεν είναι η μοναξιά ούτε οι άνθρωποι
παρά το ψέμα που αγριεύτηκε στο κλουβί
και μας στρίμωξε στα σχοινιά
με συνεχή γρονθοκοπήματα.
μα κι' έτσι ακόμα
με κατεβασμένα βλέφαρα
τούμπανο απ' το ξύλο
έχουμε περιθώριο αντεπίθεσης
μ' ένα ξαφνικό άπερκατ στο σαγόνι
και μια αντικανονική κλωτσιά στ' αρχίδια._
( Συλλογή «τ' αδέσποτα σκυλιά τρώνε ό,τι βρουν» 2003 )
https://www.facebook.com/pages/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%85/618036574876940?fref=ts
σ' αυτή την πόλη
η μοναξιά
κυκλοφορεί εναλλακτικά στον δακτύλιο.
σήμερα οι μονοί
αύριο οι ζυγοί
και πάει λέγοντας.
στις μοιραίες συγκρούσεις
ο λόγος πνίγεται σε αψιμαχίες
και χυδαίους προπηλακισμούς --
« γαμιέσαι ρε..».
« σε μένα το' πες μωρή κουφάλα;» --
που και που πέφτουνε τίποτα ψιλές
και ύστερα όλα διευθετούνται
με την ανταλλαγή ασφαλιστηρίων καρτών --
« κάνε μια δήλωση ότι φταις ρε φιλάρα
να πληρωθώ κι εγώ να τη βγάλω...» --
απρόσωποι μεσάζοντες αναλαμβάνουν τα περαιτέρω.
σ' αυτή την πόλη
την πόλη μου
η μοναξιά με ανασηκωμένους γιακάδες
τρυπώνει στα μπουρδέλα της Φυλής και της Βάθης
με ένοχη ντροπή που καμπουριάζει τους ώμους.
οι πουτάνες την μυρίζονται
όπως οι ύαινες τα ψοφίμια και ξερογλύφονται
μα δεν είναι λίγες φορές
που τιθασεύοντας το ορμέμφυτο της σκύλευσης
την παίρνουν αγκαλιά τρυφερά
σαν ξεπαγιασμένο χαμίνι στη ξώπορτα
τη ζεσταίνουν και κάνουν τσιγάρο μαζί
ωσότου η καύτρα φτάσει στα κίτρινα δάχτυλα.
στην πόλη μου
έπηλυς πια από καιρό σεργιανώ
βλέποντας την μοναξιά
να μακραίνει τους κυνόδοντες ανθρώπων
που έπαψαν να χαμογελούν και να πειράζονται
ή να λένε « χαθήκαμε αδερφέ, πώς πας; »
ή « πέρνα απ' το σπίτι έτσι για ένα κρασί...»
ίσως πάλι δεν είναι η μοναξιά ούτε οι άνθρωποι
παρά το ψέμα που αγριεύτηκε στο κλουβί
και μας στρίμωξε στα σχοινιά
με συνεχή γρονθοκοπήματα.
μα κι' έτσι ακόμα
με κατεβασμένα βλέφαρα
τούμπανο απ' το ξύλο
έχουμε περιθώριο αντεπίθεσης
μ' ένα ξαφνικό άπερκατ στο σαγόνι
και μια αντικανονική κλωτσιά στ' αρχίδια._
( Συλλογή «τ' αδέσποτα σκυλιά τρώνε ό,τι βρουν» 2003 )
https://www.facebook.com/pages/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%85/618036574876940?fref=ts
Κυριακή 28 Απριλίου 2013
Δρόμοι είναι οι ψυχές που κάποτε τυχαίνει να
σμίγουν οι ιστορίες τους. Η διμερής, από κοινού, κατάθεση, χαράζει δικές της
γεωδαισιακές, που συναντώνται στην καμπύλη γεωμετρία της ποίησης απ-αγγέλοντας
στίχους :
Άτιτλο
Άτιτλο
Την αρμονία του σύμπαντος ανατρέπω!
Ω φάσμα εσύ του παλιού αιθέρα
καλώ σε τη ντάμα σου ν' αγκαζάρεις
έτσι που οι στροφές της ν' αργέψουν.
Οι μέρες μήνες να γινούν,
οι μήνες χρόνοι
και στο καιρό πόδια χελώνας να φυτρώσουν.
Ω φάσμα εσύ του παλιού αιθέρα
καλώ σε τη ντάμα σου ν' αγκαζάρεις
έτσι που οι στροφές της ν' αργέψουν.
Οι μέρες μήνες να γινούν,
οι μήνες χρόνοι
και στο καιρό πόδια χελώνας να φυτρώσουν.
Στου χρόνου το βέλος τρυπώ την ανάγκη!
καρφωμένος βιγλάρει στη γέφυρα,
σφυρίζοντας τη μπαλάντα του ιπτάμενου Ολλανδού,
ο πλοηγός της τρικάταρτης φαντασίας μου
που πρόβαλε στις δίνες ενός νεφελώματος,
της ίδιας του της έκρηξης ανεμοσκόρπισμα.
καρφωμένος βιγλάρει στη γέφυρα,
σφυρίζοντας τη μπαλάντα του ιπτάμενου Ολλανδού,
ο πλοηγός της τρικάταρτης φαντασίας μου
που πρόβαλε στις δίνες ενός νεφελώματος,
της ίδιας του της έκρηξης ανεμοσκόρπισμα.
Πάγος και άνθρακας!
Παραφωνία στα νιόφερτα άστρα.
Πλάνης• ένα σε διαρκή αγυρτεία μετέωρο,
περιδινούμενος ίλιγγος
με απαστράπτουσα ουρά σελαχιού,
σκαρί μαθημένο στις απρόβλεπτες τροχιές της μέθης,
ιππότης της ελεεινής μορφής που,
αντίθετα από τον τρελό του Θερβάντες,
παίρνει τους γίγαντες για ανεμόμυλους•
χορευτής κάθε μάχης χαμένης.
Παραφωνία στα νιόφερτα άστρα.
Πλάνης• ένα σε διαρκή αγυρτεία μετέωρο,
περιδινούμενος ίλιγγος
με απαστράπτουσα ουρά σελαχιού,
σκαρί μαθημένο στις απρόβλεπτες τροχιές της μέθης,
ιππότης της ελεεινής μορφής που,
αντίθετα από τον τρελό του Θερβάντες,
παίρνει τους γίγαντες για ανεμόμυλους•
χορευτής κάθε μάχης χαμένης.
Ω τι πορτραίτο ελκυστικό!
Και πως να ξύσω το κάρβουνο
σε τούτη την υποδόρια έξαρση;
κι' αυτό το στημένο στο ικρίωμα κρανίο,
η αψιά του αδιαφορία σαν την σκιά φτερούγας
π’ ανοίγει διάπλατη στου νου του το πέταγμα.
Και πως να ξύσω το κάρβουνο
σε τούτη την υποδόρια έξαρση;
κι' αυτό το στημένο στο ικρίωμα κρανίο,
η αψιά του αδιαφορία σαν την σκιά φτερούγας
π’ ανοίγει διάπλατη στου νου του το πέταγμα.
Καρφιτσωμένοι αιώνες στο χαρτί μου
και γω, ανέγνοιαστα στου κόσμου τις άκριες,
σμίγω σούσουρα με ντοκουμέντα,
τα κοπανώ στο γουδί μου, τ' αλέθω•
Ρυτίδες αρότρου χαράζει η σμίλη μου
σε αγρούς ξανά οργωμένους
στων ματιών του τα χάσκοντα βάθη.
και γω, ανέγνοιαστα στου κόσμου τις άκριες,
σμίγω σούσουρα με ντοκουμέντα,
τα κοπανώ στο γουδί μου, τ' αλέθω•
Ρυτίδες αρότρου χαράζει η σμίλη μου
σε αγρούς ξανά οργωμένους
στων ματιών του τα χάσκοντα βάθη.
Άτιτλο λέω ν'αφήσω ετούτο το σκίτσο.
Ανωνόμαστο σαν τον πλάνητα ποιητή μου
για να μαντεύουν στις λοξές και στις κάθετες
πως σπέρνεται στα έγκατα η απόγνωση και
στα ουράνια τα στάχυα της θερίζει η ελπίδα._
Ανωνόμαστο σαν τον πλάνητα ποιητή μου
για να μαντεύουν στις λοξές και στις κάθετες
πως σπέρνεται στα έγκατα η απόγνωση και
στα ουράνια τα στάχυα της θερίζει η ελπίδα._
Μαρία Τζιάτζιου
Δημήτρης Νικηφόρου
Δημήτρης Νικηφόρου
27- 4 -2013
Τετάρτη 10 Απριλίου 2013
'' Russ the soviet '' by Sergei Yesenin
Ο τυφώνας έχει περάσει. Μείναμε μόνον λίγοι επιζώντες.
Πολλοί απουσιάζουν από το προσκλητήριο των φίλων.
Επέστρεψα πάλι στην έρημη γης,
Απ' όπου έλειψα για οχτώ χρόνια.
Σε ποιόν να στραφώ; Με ποιόν μπορώ να μοιραστώ
Τη μελαγχολική χαρά που είμαι σώος και ζωντανός;
Ένας μαγκούφης ανεμόμυλος στέκει ορθός ακόμη εδώ
Σαν βαλσαμωμένο πουλί μ' ένα φτερό - μάτια κλειστά.
Άγνωστος είμαι σε όλους εδώ.
Κι' όσοι θυμούνταν, μ' έχουν από καιρό ξεχάσει,
Και κει που κάποτε ακόμη ήταν το πατρικό μου
Απόμειναν στάχτες κι' ένα λεπτό στρώμα σκόνης του δρόμου.
Όμως η Ζωή βράζει.
Η Ζωή προχωράει γοργά.
Φρέσκα και γερασμένα πρόσωπα με προσπερνούν βιαστικά
Αλλά κανείς δε μου γνέφει, κανέναν δεν χαιρετώ
Σε κανένα βλέμμα δεν μπορώ να βρω καταφύγιο.
Και στο κεφάλι μου μπαινοβγαίνουν σκέψεις βουϊζοντας.
Τι σημαίνει πατρίδα;
Μην είναι τάχα μόνον όνειρα;
Γιατί για όλους σχεδόν εδώ, είμαι ένας προσκυνητής,
Ένας αγύρτης θλιβερός, ποιος ξέρει από τι μακρινό ταξίδι.
Και να' μαι λοιπόν!
Ένα έκθεμα ενός τόπου
Όπου το μόνο ενδιαφέρον που θα' χει είναι πως
Μια απλή χωριάτισσα έφερε στον κόσμο εκεί μια μέρα
Έναν θερμόαιμο ταραξία Ρώσο ποιητή.
Μα πάλι του νου η φωνή μιλά στη καρδιά.
'' Έλα σύνελθε! Γιατί ενοχλείσαι;
Είναι το νιόφερτο φως που φέγγει
Στα βαγόνια μιας άλλης γενιάς.
Αλίμονο, οι ανθοί σου τείνουν στην πτώση.
Τώρα άλλα τραγούδια τραγουδιούνται από άλλα χείλη,
Που όπως φαίνεται είναι πιο ελκυστικά, -
Δεν είναι ένα χωριό η μάνα τους, αλλά ο κόσμος ''.
Αχ, πατρίδα, πόσο γελοίος μπορώ να γίνω!
Τα βαθουλωτά μάγουλα κοκκινίζουν μ' ένα θαμπό πορφυρό,
Η γλώσσα των συμπατριωτών μου μου είναι ξένη,
Είμαι ένας έπηλυς στην ίδια μου τη χώρα.
Και να που βλέπω
Τους χωρικούς τη Κυριακή,
Συγκεντρωμένους σαν κοπάδι, όπως πριν μπροστά στην εκκλησιά,
Να ανταλλάσσουν τις καθημερινές τους έγνοιες
Με τα γνώριμq μεγαλόφωνα πρόστυχα λόγια.
Πέφτει το σούρουπο, και ο ήλιος ραντίζει
Μια υγρή χρυσόσκονη πάνω από τα ασημένια λιβάδια.
Και οι λεύκες κρύβουν τα γυμνά τους πόδια στ' αυλάκια
Όπως οι φράκτες κρύβουν τις κνήμες των μικρών μοσχαριών.
Ένας χωλός υπναλέος απόμαχος του κόκκινου στρατού,
Εις ενθύμηση, τεντώνοντας το ζαρωμένο του κεφάλι,
Διηγείται ιστορίες, υπερβάλλοντας, για τον Budyonny,
Και την ανακατάληψη του Perekop από τους κόκκινους.
'' Κι' έτσι έγινε η συμπλοκή, κι' από τις δυο μεριές,
Οι μπουρζουάδες... εκείνος εκεί... κάτω στη Κριμαία... ''
Και οι σφενταμιές συνοφρυώνονται σμίγοντας τα κλωνάρια τους
Και οι γυναίκες βαριανασαίνουν με φόβο στο βουβό λυκόφως.
Οι ντόπιοι Κομσομόλοι παρελαύνουν στη δημοσιά,
Και, με την φυσαρμόνικα να να παίζει δυνατά
Αντηχώντας στην κοιλάδα με εύθυμους τόνους,
Τραγουδούν του Demian Bendy τα παραπειστικά ποιήματα.
Ω! Τι χώρα! Γιατί στη κατάρα βροντοφώναξα
Στις ρίμες μου ότι ήμουνα ένα με τις μάζες;
Σήμερα η ποίηση μου δεν έχει πια ζήτηση,
Και, πολύ πιθανόν, ούτε εγώ χρειάζομαι πια εδώ.
Πάει καλά!
Συμπάθα με μητρική γη.
Για όσα ήμουνα χρήσιμος, μ' αυτά μόνο νοιώθω ικανοποίηση.
Κι' ας μην τραγουδιούνται οι στίχοι μου τώρα,
Εγώ τους τραγούδησα στο προσκεφάλι της άρρωστης χώρας μου.
Όλα τα παίρνω όπως είναι.
Τα αποδέχομαι όλα και τέλος.
Είμαστε σύμφωνοι, θα κρατήσω μακριά τον απόβλητο.
Ενέχυρο θα βάλω τη ψυχή μου για το Μάη και τον Οκτώβρη,
Μόνο τη λύρα μου ποτέ δεν θ' αποχωριστώ.
Δε θα τη δώσω σ' αλλουνού τα χέρια κανενός,
μήτε στη μάνα, τη γυναίκα μου ή σε κανέναν απ' τους φίλους.
Τι μοναχά σε μένα εμπιστεύτηκε τούτες τις μελωδίες της,
Σε μένα, κι' άλλον κανένανε, τραγούδησε τα τρυφερά τραγούδια της.
Εσείς οι νέοι να περνάτε καλά και τα κορμιά σας γερά να κρατάτε!
Σας προσμένει καινούργια ζωή, καινούργια τραγούδια.
Κι' όσο για μένα... ξεκινάω για άγνωστες στέπες.
Να γαληνέψει για πάντα η αντάρτικη ψυχή μου.
Μα ακόμα κι' όταν
Στον πλανήτη ολάκερο
Πάψουνε οι φυλετικές διαμάχες
Και η θλίψη και τα ψέματα σωθούνε
Ακόμα τότε θα υμνώ, με όλο
Του ποιητή το Είναι,
Της γης το ένα έκτο
Μ' ένα όνομα τόσο μικρό όπως '' Russ ''.
Μετάφραση : Δημήτρης Νικηφόρου.
Πολλοί απουσιάζουν από το προσκλητήριο των φίλων.
Επέστρεψα πάλι στην έρημη γης,
Απ' όπου έλειψα για οχτώ χρόνια.
Σε ποιόν να στραφώ; Με ποιόν μπορώ να μοιραστώ
Τη μελαγχολική χαρά που είμαι σώος και ζωντανός;
Ένας μαγκούφης ανεμόμυλος στέκει ορθός ακόμη εδώ
Σαν βαλσαμωμένο πουλί μ' ένα φτερό - μάτια κλειστά.
Άγνωστος είμαι σε όλους εδώ.
Κι' όσοι θυμούνταν, μ' έχουν από καιρό ξεχάσει,
Και κει που κάποτε ακόμη ήταν το πατρικό μου
Απόμειναν στάχτες κι' ένα λεπτό στρώμα σκόνης του δρόμου.
Όμως η Ζωή βράζει.
Η Ζωή προχωράει γοργά.
Φρέσκα και γερασμένα πρόσωπα με προσπερνούν βιαστικά
Αλλά κανείς δε μου γνέφει, κανέναν δεν χαιρετώ
Σε κανένα βλέμμα δεν μπορώ να βρω καταφύγιο.
Και στο κεφάλι μου μπαινοβγαίνουν σκέψεις βουϊζοντας.
Τι σημαίνει πατρίδα;
Μην είναι τάχα μόνον όνειρα;
Γιατί για όλους σχεδόν εδώ, είμαι ένας προσκυνητής,
Ένας αγύρτης θλιβερός, ποιος ξέρει από τι μακρινό ταξίδι.
Και να' μαι λοιπόν!
Ένα έκθεμα ενός τόπου
Όπου το μόνο ενδιαφέρον που θα' χει είναι πως
Μια απλή χωριάτισσα έφερε στον κόσμο εκεί μια μέρα
Έναν θερμόαιμο ταραξία Ρώσο ποιητή.
Μα πάλι του νου η φωνή μιλά στη καρδιά.
'' Έλα σύνελθε! Γιατί ενοχλείσαι;
Είναι το νιόφερτο φως που φέγγει
Στα βαγόνια μιας άλλης γενιάς.
Αλίμονο, οι ανθοί σου τείνουν στην πτώση.
Τώρα άλλα τραγούδια τραγουδιούνται από άλλα χείλη,
Που όπως φαίνεται είναι πιο ελκυστικά, -
Δεν είναι ένα χωριό η μάνα τους, αλλά ο κόσμος ''.
Αχ, πατρίδα, πόσο γελοίος μπορώ να γίνω!
Τα βαθουλωτά μάγουλα κοκκινίζουν μ' ένα θαμπό πορφυρό,
Η γλώσσα των συμπατριωτών μου μου είναι ξένη,
Είμαι ένας έπηλυς στην ίδια μου τη χώρα.
Και να που βλέπω
Τους χωρικούς τη Κυριακή,
Συγκεντρωμένους σαν κοπάδι, όπως πριν μπροστά στην εκκλησιά,
Να ανταλλάσσουν τις καθημερινές τους έγνοιες
Με τα γνώριμq μεγαλόφωνα πρόστυχα λόγια.
Πέφτει το σούρουπο, και ο ήλιος ραντίζει
Μια υγρή χρυσόσκονη πάνω από τα ασημένια λιβάδια.
Και οι λεύκες κρύβουν τα γυμνά τους πόδια στ' αυλάκια
Όπως οι φράκτες κρύβουν τις κνήμες των μικρών μοσχαριών.
Ένας χωλός υπναλέος απόμαχος του κόκκινου στρατού,
Εις ενθύμηση, τεντώνοντας το ζαρωμένο του κεφάλι,
Διηγείται ιστορίες, υπερβάλλοντας, για τον Budyonny,
Και την ανακατάληψη του Perekop από τους κόκκινους.
'' Κι' έτσι έγινε η συμπλοκή, κι' από τις δυο μεριές,
Οι μπουρζουάδες... εκείνος εκεί... κάτω στη Κριμαία... ''
Και οι σφενταμιές συνοφρυώνονται σμίγοντας τα κλωνάρια τους
Και οι γυναίκες βαριανασαίνουν με φόβο στο βουβό λυκόφως.
Οι ντόπιοι Κομσομόλοι παρελαύνουν στη δημοσιά,
Και, με την φυσαρμόνικα να να παίζει δυνατά
Αντηχώντας στην κοιλάδα με εύθυμους τόνους,
Τραγουδούν του Demian Bendy τα παραπειστικά ποιήματα.
Ω! Τι χώρα! Γιατί στη κατάρα βροντοφώναξα
Στις ρίμες μου ότι ήμουνα ένα με τις μάζες;
Σήμερα η ποίηση μου δεν έχει πια ζήτηση,
Και, πολύ πιθανόν, ούτε εγώ χρειάζομαι πια εδώ.
Πάει καλά!
Συμπάθα με μητρική γη.
Για όσα ήμουνα χρήσιμος, μ' αυτά μόνο νοιώθω ικανοποίηση.
Κι' ας μην τραγουδιούνται οι στίχοι μου τώρα,
Εγώ τους τραγούδησα στο προσκεφάλι της άρρωστης χώρας μου.
Όλα τα παίρνω όπως είναι.
Τα αποδέχομαι όλα και τέλος.
Είμαστε σύμφωνοι, θα κρατήσω μακριά τον απόβλητο.
Ενέχυρο θα βάλω τη ψυχή μου για το Μάη και τον Οκτώβρη,
Μόνο τη λύρα μου ποτέ δεν θ' αποχωριστώ.
Δε θα τη δώσω σ' αλλουνού τα χέρια κανενός,
μήτε στη μάνα, τη γυναίκα μου ή σε κανέναν απ' τους φίλους.
Τι μοναχά σε μένα εμπιστεύτηκε τούτες τις μελωδίες της,
Σε μένα, κι' άλλον κανένανε, τραγούδησε τα τρυφερά τραγούδια της.
Εσείς οι νέοι να περνάτε καλά και τα κορμιά σας γερά να κρατάτε!
Σας προσμένει καινούργια ζωή, καινούργια τραγούδια.
Κι' όσο για μένα... ξεκινάω για άγνωστες στέπες.
Να γαληνέψει για πάντα η αντάρτικη ψυχή μου.
Μα ακόμα κι' όταν
Στον πλανήτη ολάκερο
Πάψουνε οι φυλετικές διαμάχες
Και η θλίψη και τα ψέματα σωθούνε
Ακόμα τότε θα υμνώ, με όλο
Του ποιητή το Είναι,
Της γης το ένα έκτο
Μ' ένα όνομα τόσο μικρό όπως '' Russ ''.
Μετάφραση : Δημήτρης Νικηφόρου.
Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013
Τ' ανυπεράσπιστα σύνορα του κόσμου,
τα βλέπεις;
Τ' ατέρμονο φεύγα των πουλιών;
Εκεί κοιτώ.
Εκεί ανήκω.
Στα νοτισμένα προσχέδια ενός ταξιδιού...που ξεμακραίνει
Σε χνάρια απο πατημασιές βροχών κι ονείρων.
Και λίγο σε θεοπάλαβο άνεμο.
Κι αχνά που δε σπαν τα χείλια μου,
και χαρούμενα δε ρυτιδιάζουν τα μάτια μου,
μην ξοδεύεις τη θέρμη σου.
Πάλι θα στάξει
Ο κόσμος φεύγει
Άργησα
Εκεί κοιτώ
Εκεί έλα
Στο ροκ αίθριο των καπνών της σαγήνης που καταπίνει η κόλαση
θα παίζω με την παραφροσύνη της εξάρτησης
που γλύφει ο παράδεισος.
Θα δεις
Το χαμένο όριο της λύσσας μιας μάχης θα σπαρταράει
ξεδιψώντας τα χνότα μας
Κι πόλεμος της νύχτας, κάθε τόσο, σε κάθε ανάσα
όπου θα καίει κορμί,
θα χάνεται
τζιατζιου μαρια
τα βλέπεις;
Τ' ατέρμονο φεύγα των πουλιών;
Εκεί κοιτώ.
Εκεί ανήκω.
Στα νοτισμένα προσχέδια ενός ταξιδιού...που ξεμακραίνει
Σε χνάρια απο πατημασιές βροχών κι ονείρων.
Και λίγο σε θεοπάλαβο άνεμο.
Κι αχνά που δε σπαν τα χείλια μου,
και χαρούμενα δε ρυτιδιάζουν τα μάτια μου,
μην ξοδεύεις τη θέρμη σου.
Πάλι θα στάξει
Ο κόσμος φεύγει
Άργησα
Εκεί κοιτώ
Εκεί έλα
Στο ροκ αίθριο των καπνών της σαγήνης που καταπίνει η κόλαση
θα παίζω με την παραφροσύνη της εξάρτησης
που γλύφει ο παράδεισος.
Θα δεις
Το χαμένο όριο της λύσσας μιας μάχης θα σπαρταράει
ξεδιψώντας τα χνότα μας
Κι πόλεμος της νύχτας, κάθε τόσο, σε κάθε ανάσα
όπου θα καίει κορμί,
θα χάνεται
τζιατζιου μαρια
Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013
Πίσω απ' το φεγγάρι
Οι ποιητές θα τιμήσουν το φεγγάρι απόψε
Οι ερωτευμένοι θα το λατρέψουν
κι οι άστεγοι θα το σκεπαστούν.
Μα εγώ θα κρυφτώ πίσω του.
Στη σκοτεινή πλευρά της γνώσης του
Στην πεμπτουσία της σιωπής του.
Στο άγονο, μοναχικό και ξεχασμένο πρόσωπό του
που, νιώθω να χαμογελά,
σ' όλα τα μυστικά όταν λιώνει η θέρμη του,
εκεί που ξένοι κατοικούν
και άγγελοι έκπτωτοι.
Εκεί που χρόνια αγαπημένοι ταξιδεύουν
και δίνονται
και χάνονται...
Κανένα ίχνος σου ακόμα δεν θα ταράξει αυτή τη νύχτα
που θα λουφάξω μέσ' το σύμπαν.
Θα είμαι στο φεγγάρι απόψε.
Τζιάτζιου Μαρία
Κυριακή 17 Μαρτίου 2013
"Θείο δώρο"
Συλλογή: Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων 1933
Ήθελα τάχα, Θεέ μου, να μου κάνεις δώρο
ένα μικρό θεό, στην άκρη αυτού του κόσμου.
Και να 'χει αρχή και τέλος ο μικρός θεός μου
που ήθελα τάχα, Θέ μου, να μου κάνεις δώρο,
να τον χωρεί καλά και με ο εγκέφαλός μου.
Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο...
Ήθελα τάχα, Θεέ μου, να μου κάνεις δώρο
ένα μικρό θεό στην άκρη αυτού του κόσμου...
Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο,
για να τον αγαπώ καθώς τον εαυτό μου.
Κ' ενώ θε να ποθεί το φως κάποιου άλλου κόσμου,
κλεισμένος να πονεί μες τον γαλάζιο χώρο!
Να φεύγει ορμητικός, μα ο κύκλος κάθε δρόμου,
να φέρνει μου ξανά, το θείο σου, Θέ μου δώρο.
Κλεισμένος να πονεί μες το γαλάζιο χώρο,
να κλείνω εγώ αυτόν, κι αυτός τον εαυτό μου.
Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013
Ταξιδεύουν...
Φεύγουν...
Οι ήρωές μου βαδίζουν πάντα αργά.
Μετρούν στα βήματά τους
τους ήλιους
που κατάπιαν οι οδύνες στο κενό.
Αιωρούνται πάνω από χνάρια αναμνήσεων
στους φεγγίτες του νου.
Χαμογελούν
πίσω από αινιγματικές, απρόβλεπτες σκιές.
Οι ήρωές μου
έρχονται από άλλες εποχές.
Από ξεχασμένους, χορταριασμένους δρόμους.
Γυρίζουν από τα πράσινα μονοπάτια του έρωτα,
ίσως.
Κι απ' τις ζεστές μέρες που,
φέρναν πάντα πίσω τα πουλιά.
Βυθίζονται σχεδόν ανήμποροι
στον ωκεανό του πάθους τους.
Λιώνουν στις πιο κόκκινες κι άσβηστες φωτιές τους.
Οι ήρωές μου
ανασαίνουν την απόγνωση.
Καταδιώκονται από βουβές επιθυμίες
και υποκύπτουν.
Τους βρίσκεις να χάνονται
πίσω από χρυσαφιές, κερένιες λάμψεις
σαν αερικά.
Πίσω από χυτές κουρτίνες που κρύβουν
την αργοπορημένη τους επιστροφή.
Γιατί επιστρέφουν.
Διεκδικούν
έστω μία σταγόνα
από παλιά ευτυχία.
Κουβαλούν τον βαρύ, ράθυμο ουρανό τους, παντού.
Οι ήρωές μου
ηρεμούν το πνεύμα τους
στην απομόνωση των ξένων σκέψεων
και υπερβάλλουν να λατρεύουν το τέλος...
Τζιάτζιου Μαρία
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013
Το τοπίο μέσα μου ~ Νόνη Σταματέλου~ Ποιητική συλλογή: ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΙΧΜΗΡΟ
Τις ώρες που ακίνητη κοιτάζω η θάλασσα
ετοιμάζω μέσα μου το τοπίο του χειμώνα...
Αν δεν ξορκίσεις τα χαμένα καλοκαίρια
το φάντασμά τους θα σ' ακολουθεί
και δεν θα βρίσκεις
ούτε στην πανσέληνο τ' Αυγούστου γιατρειά.
Οι ανατολές που μάζεψα για φέτος
Οι χρυσοπράσινες πλαγιές
του κυρ Δημήτρη το πορτοκαλί βαρκάκι
ποια καταχνιά να φοβηθούν;
Στο φως μου και στο χρώμα μου
Ποιο γκρίζο θ' αναμετρηθεί;
Μου πήρε πολλά χρόνια
Μέχρι να μάθω να κοιτάζω τη θάλασσα...
Τώρα θα στεγνώνω το πέρασμά μου
Στους βροχερούς δρόμους
Με μια κόκκινη ομπρέλα
Θα διασχίζω την πόλη
και το σκοτάδι των ανθρώπων.
Κι όταν καμιά φορά θολώνει η ματιά μου
Θα τρέχω στο τοπίο μου να κλειστώ
Και στ' ασπροκλήσι της Θύμαινας
θα μπαίνω
που η λειτουργία της Παναγιάς
διαπερνάει το τζαμάκι στ' άγιο βήμα
κι αρμενίζει στο πέλαγος...
[ Έργο της Σοφίας Βλάχου]
ετοιμάζω μέσα μου το τοπίο του χειμώνα...
Αν δεν ξορκίσεις τα χαμένα καλοκαίρια
το φάντασμά τους θα σ' ακολουθεί
και δεν θα βρίσκεις
ούτε στην πανσέληνο τ' Αυγούστου γιατρειά.
Οι ανατολές που μάζεψα για φέτος
Οι χρυσοπράσινες πλαγιές
του κυρ Δημήτρη το πορτοκαλί βαρκάκι
ποια καταχνιά να φοβηθούν;
Στο φως μου και στο χρώμα μου
Ποιο γκρίζο θ' αναμετρηθεί;
Μου πήρε πολλά χρόνια
Μέχρι να μάθω να κοιτάζω τη θάλασσα...
Τώρα θα στεγνώνω το πέρασμά μου
Στους βροχερούς δρόμους
Με μια κόκκινη ομπρέλα
Θα διασχίζω την πόλη
και το σκοτάδι των ανθρώπων.
Κι όταν καμιά φορά θολώνει η ματιά μου
Θα τρέχω στο τοπίο μου να κλειστώ
Και στ' ασπροκλήσι της Θύμαινας
θα μπαίνω
που η λειτουργία της Παναγιάς
διαπερνάει το τζαμάκι στ' άγιο βήμα
κι αρμενίζει στο πέλαγος...
[ Έργο της Σοφίας Βλάχου]
Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
-Τι
-άνεμος;
-φως;
-χρόνος;
-έρωτας;
-έμπνευση
-η έμπνευση, είναι παντού;
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
εκεί που αν αφουγκραστεί κανείς ακούει τη φωνή σου
εκεί που αν βαδίσει κανείς βγαίνει στο δρόμο σου
σε μια υπεραστική στιγμή
στο πιο παλιό ψάθινο παραμύθι που βγάζει
απ' τα μύχια της πλάνης
κατ' ευθείαν στα μάτια σου
εκεί που μάγισσες και θαύματα
χοροπηδούν
στο τσίρκο της καρδιάς σου
στης ψυχής μου το έρεβος
Τζιάτζιου Μαρία
σπινθηρίζεις στην καύτρα μου πάλι...
-άνεμος;
-φως;
-χρόνος;
-έρωτας;
-έμπνευση
-η έμπνευση, είναι παντού;
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
εκεί που αν αφουγκραστεί κανείς ακούει τη φωνή σου
εκεί που αν βαδίσει κανείς βγαίνει στο δρόμο σου
σε μια υπεραστική στιγμή
στο πιο παλιό ψάθινο παραμύθι που βγάζει
απ' τα μύχια της πλάνης
κατ' ευθείαν στα μάτια σου
εκεί που μάγισσες και θαύματα
χοροπηδούν
στο τσίρκο της καρδιάς σου
στης ψυχής μου το έρεβος
Τζιάτζιου Μαρία
Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012
Παραταγμένες οι νύχτες των εκκωφαντικών μου σιωπών
μ’
εγκαταλείπουν.
Η σκόνη τους ύπουλες γλώσσες φωτιάς στο σαλόνι.
Σκίτσα σου
διάσπαρτα παντού
και το ξέχειλο
από λέξεις κόκκινο τετράδιο
στο συρτάρι, φωνάζει γοερά το όνομά σου!
Ακριβά μου κόστισε το Φθινόπωρο...
Ακριβά πλήρωσαν και τα μολύβια τόσα δάκρυα
Τζιάτζιου Μαρία
Τζιάτζιου Μαρία
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012
Εκείνη άνοιξε με τα τρυφερά της δάχτυλα
ένα της κουμπί απ' το πουκάμισο
Εκείνος γεύτηκε, σεμνός προσκυνητής,
κόκκινο κρασί,
μεταλαβιά απ' τα στήθια της
τα ξέχειλα ηδονές και ευαγγέλια.
Και με στωικότητα
σαν παλιοί εραστές
διάβηκαν το κατώφλι της οδύνης
με τη γυαλάδα της μέθης στα μάτια
απ' τα αιώνια, των απωθημένων, δάκρυα
γατζωμένοι επαίτες
ο ένας στην οσμή του άλλου,
μαθαίνοντας σιωπηλά να διαβάζουν
στ' άγιο προσευχητάρι της σάρκας,
συλλαβή τη συλλαβή,
τη Θεία ένωση των λέξεων...
την άμετρη ευτυχία των αμνών.
Κι ο κόσμος μακρινός ακούστηκε
Ασαφής
Κι οι φωνές του, άγνωρες.
Κι η κόλαση, μια ανάσα απ' την ανάσα
Τζιάτζιου Μαρία
ένα της κουμπί απ' το πουκάμισο
Εκείνος γεύτηκε, σεμνός προσκυνητής,
κόκκινο κρασί,
μεταλαβιά απ' τα στήθια της
τα ξέχειλα ηδονές και ευαγγέλια.
Και με στωικότητα
σαν παλιοί εραστές
διάβηκαν το κατώφλι της οδύνης
με τη γυαλάδα της μέθης στα μάτια
απ' τα αιώνια, των απωθημένων, δάκρυα
γατζωμένοι επαίτες
ο ένας στην οσμή του άλλου,
μαθαίνοντας σιωπηλά να διαβάζουν
στ' άγιο προσευχητάρι της σάρκας,
συλλαβή τη συλλαβή,
τη Θεία ένωση των λέξεων...
την άμετρη ευτυχία των αμνών.
Κι ο κόσμος μακρινός ακούστηκε
Ασαφής
Κι οι φωνές του, άγνωρες.
Κι η κόλαση, μια ανάσα απ' την ανάσα
Τζιάτζιου Μαρία
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012
Μικρό ημερολόγιο
Το φεγγάρι της χάριζε χαμόγελα
πίσω απ' τις λεπτές κουρτίνες
και της άνοιγε δρόμους στη νύχτα να ταξιδέψουν οι βάρκες της.
Εκείνη ψάρευε τ' αστέρια στο παιχνίδι της
και σκάρωνε νανούρισμα να κοιμηθεί ο Μορφέας..
Ούτε που νοιάστηκε
για τα μουτζουρωμένα σύννεφα που ζήλευαν τα μάτια της...
Τη βρήκα φωτισμένη, μέσα στον ευτυχή ήλιο των μαλλιών της
γαλήνια κι απόκοσμη...
Τη φίλησα,
αγκάλιασα με την αγάπη μου στην αύρα της
και βγήκα
ήσυχα
με προσοχή,
να μην σκοντάψω στο όνειρο...
Τζιάτζιου Μαρία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)









