Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Σ' αυγάτισα τ' αμπέλια κερά μου
τα στάρια για τ' αλεύρι σου, το λάδι
τα κρομύδια του χειμώνα
ξύλα για τη ζέστη σου.
Μαλλί, κλωστή για τα κεντίδια σου.
Μπόλιασα τις χαραμάδες στα παράθυρα
κι έσιαξα πάνω απ' το κεφάλι σου τα κεραμίδια.
Με τα δυο χέρια μου έσκαψα
τον λίγο κήπο σου.
Καλοκερά μου 'σύχασε.
Ζύμωνε, ψένε τ' ολόξανθο ψωμί σου.
Ζέσταινε το καλύβι μας
Να ορθώσουμε τα πόδια της ζωής που καταριέται
και λαμανάει τη φτώχεια μας.
Μ' αντρειά και δύναμη σηκώσου.
Τούτο τον κόσμο 'μεις τον στρώσαμε
Τον ξέρουμε και τον πονούμε
Κάμε μια ανάσα του καιρού
και θα του παραβγούμε


Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Τώρα, το δάσος με τους φόβους είναι μακριά
Κι οι σκιές του ανύποπτες
Για τα βάραθρα που ανοίγουν μέσα μου
Σαν και πρώτα κοιμίζονται κάτω απ' τα δέντρα
Απ' του ήλιου το φως κρυμμένες
Κι απ' του φεγγαριού το στεφάνι ατύλιχτες
Μάγισσες παγωμένες στη δροσιά των χόρτων
Σε εφιάλτες τιμωρημένους
Γαντζωμένες, κι άφευγες, δίνες του τρόμου
Ίδιο φιδιού το δάγκωμα...





Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Κάνε με δρόμο να περνώ αθόρυβα, κάτω απ' τα πόδια σου
Κάνε με ώρα, να πλέκεις στεφάνια τους κύκλους μου

Κι εγώ θα γίνω η ψυχή, της μιας σου ζωής στο άπειρο
έρωτας,  να σε πονάω πάντα
Κακό όνειρο να μην γιατρεύομαι
Οδύνη βαθιά, να μην ξεχνιέμαι.
Φτώχεια, να μη σε χορταίνω,
θάνατο, 
θάνατο, να μην σ' ανασταίνω...

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Όταν εκείνη η κουκουβάγια εμφανίστηκε πάλι
Το παράκανα να τη σκοτώνω μέσα μου
Κουράστηκα 
Να σε κυνηγώ πίσω απ' τα φτερά της τη νύχτα

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Έτσι τον χρόνο εξόδεψα η θνητή
Αλαφροσέρνοντας τα πόδια μου
Δίχως το νου μου να 'χω, απρόσεχτα
Μη κι αποξεχαστώ
Σε μιας ξυπόλυτης θεάς την όμορφη πατρίδα*
Π' αν την πατούν οι νηστικοί
οι κουρασμένοι, οι άμοιροι
τροφή τους δίνει και νερό.
Στα δέντρα και στ' αυλάκια χάνονται.
Στου ήλιου την ξέπνοη ανάσα
Εκεί π' ανοίγουν, να διαβείς, οι συμπληγάδες
Το κάθε δείλη γεύονται σαν πρώτο.
Λουσμένοι στο φως τ' άπαθο από πίκρα.
Κι ανάρια θαρρείς καθώς, τα μάτια
Των ημερών το νήμα κλώθουν
Με το αβρό το χάιδεμα, ίδιο, των χειλιών
Στην κοριτσίστικη τη σάρκα,
Κλώνους ανθούν στης ομορφιάς, της άδολης, τη θέα.
Ρίζες βαθιές ως τα κατάβαθα τρυπούν
Απλώνουν. Ως του μυός του τρυφερού
Που στη λαλιά του ρολογιού αποκρένεται
Και ξέρει να σκοτίζεται
Για της αγάπης τα φιλάσθενα παιδιά
Πατέρα που 'χουνε ολόκληρο ουρανό
Και τιμωράει τα πάθια τους
Μια στη βροχή, μια στο χαλάζι
Μια στο σκοτάδι, ν' αργοπίνουν το λυγμό
Στου έρωτα τη δίψα, Κώνειο.

*Ω, τόπος αλησμόνητος αυτή η γης, η εύφορη
Των δυνατών μυών σου.


τζιάτζιου μαρία


Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Δε μ' έκλωθες να μ' έπνιγες
μαύρη κλωστή και να τη σφίξεις 
παρά ζουμπούλια πο 'φερες 
δίχως τη μυρωδιά σου
δίχως το χρώμα των μαθιών
και δίχως τη θωριά σου
ολόιδια του γίγαντα 
αξιοζηλεμένη 
σαν τα βουνά θεόρατη
τα που ποτές δε σκύβουν
κι ας τα πατούν τα σύννεφα
στη ράχη και πονούνε
κι απά πετούν οι αετοί
και τ' άγρια τσακάλια
κι άνεμο δε λογιάζουνε 
και κρύα δε φοβούνται
μόνο μου σκίζουν την καρδιά 
και μου πονούν τα στήθια
τώρα που μου ξεμάκρυνες 
και μάνα δε φωνάζεις
και δεν ανθίζει ο κήπος μας
μήτε πουλί ζυγώνει 
στη φούχτα σου για να σταθεί 
στον ώμο σου να κάτσει 
να του μιλήσεις, να του πεις 
να το καλοχαϊδέψεις
σπυρί να δώκεις και νερό
για να μην αποθάνει
για να μην κλάψει η μάνα του
κι ο ουρανός θρηνήσει
και χύσει τόσα δάκρυα
ποτάμι και μας πνίξει
κι ούτε στον τάφο σου να 'ρθω
λουλούδι ν' ακουμπήσω
δρόμο δε θα 'χω να διαβώ
μον' λασπουριά και πέτρα
κι ως πού να 'ρθει η Άνοιξη
πώς να την περιμένω
κερί να φέρω η δόλια μου
καντήλι να σ' ανάψω
και να σ' αφήσω τα μαλλιά
τα χιλιοτραβηγμένα
για να 'χεις σου τη μυρωδιά
της γέννας σου στον κόσμο
να μη θαρρείς πως έφυγες
και θρήνος δεν ακούστη
για 'τα τα μάτια 'πο 'κλεισαν
για τούτα δω τα χέρια
την πέτρα που τη στύβανε
και το νερό της ρέει
καυτό και καίει μου την καρδιά
τα σωθικά μου λιώνει
καμάρι μου που να χαρώ
κι εγώ κοντά σου να 'ρθω
να σε χαϊδεύω, να φιλώ
τα μπράτσα σου, τα στήθια
σα να 'σαι πάλι ενός χρονού
που σου 'παιζα στην κούνια
κει δα με τα παιχνίδια σου
και σ' άκουγα το γέλιο
που γλυκολάλαε στις μεριές
και γιόμιζε το σπίτι
γιόμιζε ο κόσμος κι ο ντουνιάς
σαν τ' όνομά σου βγήκε
και φώναζα στη στράτα σου
κι η γης κρυφογελούσε
κι άπλωνε να κλωνάρια της
απάνω τους ν' ανέβεις
ψηλά, να δεις πως γεύονται
τα άνθη τους στα ύψη
τον άνεμο που λυγερός
κλωθογυρνάει και φέρνει
νυφούλες για το σταύρωμα
για να καρπίσει η πλάση
μη λείψει σου το φρούτο σου
μη λείψει το φαΐ σου
που σου ετοίμαζα ζεστό
να φας να μεγαλώσεις
θεριό να γίνεις να σε ιδώ
να σε καλοπαντρέψω
και πλάι σου πάλι εκεί εγώ
παιδιά να μεγαλώσεις
να καμαρώσω στις χαρές
και να σταθώ στις λύπες
στον ήλιο να 'χεις πρόσωπο
κι όχι κάτου στον Άδη
που σ' έστειλε το ριζικό
απ' το κακό το μπόλι
που 'πιασε στην καρδούλα σου
κι έσφιξε το κορμί σου
και κρύο πώς να το θωρώ
στη γης που σ' αγκαλιάζει
αετέ μου εσύ, σταυραετέ
και πάει το πέταγμά σου
εστέρεψε τον ουρανό
κι έκρυψε το φεγγάρι
σα σίγασ' η ομορφάδα σου
μονάκριβό μου ρόδο











Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Πίσω απ' τ' ανήλιαγα καφασωτά του χρόνου
Γιος θα 'ρθει
Ο αφιονισμένος νους θα ξεθαρέψει
Γλυκό μολόγημα θα φέρει η μοίρα

Μα πριν της μάνας του το ριζικό να σπάσει
σημάδι νου, θε να το πω.
Η Σίβυλλα πικρά θα κλάψει... 

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Δεν είναι μοίρα που ζωστήκαμ' απ' τη μέση
και αλαργέψαμ' απ' του χρόνου το πιθάρι
δρόμος σαθρός που θα βουλιάξει το ποδάρι
Δεν είναι τούτο ριζικό να μας πονέσει.

Είναι ψυχή π' αργοπεθαίνει και σαπίζει
χτικιό που λιώνει τ' άντερά μας και τα σώνει
κακιά αρρώστια που στο νου τα θαλασσώνει
Το μισητό εγώ μας π' αργοκαίει και καπνίζει.

Λύκο κακό π' ουρλιάζει μην τον εταΐσεις
έρχεται μέρα και σε τρώγει ο αφορεσμένος
ασ' να φωνάζει. Πες πως είν' αποθαμένος
Κοίτα τ' αρνί που δε βελάζει ν' αναστήσεις.



μαρια




Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Άφησα όλα τα περιστέρια μου να φύγουν
λευκά, γκρίζα, όλα.
τους άνοιξα την πόρτα και με ξουτ ξουτ
γέμισα τον ουρανό φτερά σαν εκείνα 
που δεν ευτύχησα εγώ να 'χω.
άφησα τα περιστέρια μου.
και τη συναίσθηση - τρόφιμο 
που ήθελε μανιωδώς να εκτρέφει να συντηρεί
να συμβιώνει. Ξουτ.. 
τίποτα δεν κρατώ δικό μου, με τα χέρια μου
δεν ξαναταΐζω ζωντανό 
με τα χέρια μου δεν θάβω κι αυτή
αυτή η πράξη απελευθέρωσης είναι
η τελευταία μου. Τελευταία.
στα χέρια μου δεν θα πεθάνει τίποτα



Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Τη αγνώστω ποιητρία



Σε πλάγιο αργαλειό στίχους υφαίνεις
Πλέξη σφιχτή μες στα στημόνια τους περνάς
Κι' αν τη σαϊτα σου σκεβρώσει ο χιονιάς
Αν τα υφάδια σου κοπούν, μην αποσταίνεις
Με τις αόρατες κλωστές της ειμαρμένης
Θα κροταλίζει τ' αργαλειού σου ο σεβντάς.

Φαρμάκι γιά ροδόμελο μη σ' αποσώσει
Μόλα το λιανοπούλι σου κι' όπου πετάξει
Και μιας ψυχής τη φλόγα να αδράξει
Τον πάγο μιας καρδιάς να σιγολιώσει
Μια μοναχά σταγόνα του αν στεγνώσει
Πα στο στίχο σου, η στάχτη έχει ανάψει.

Με ό,τι έχεις γράφε΄μ' ό,τι κρατεί στο χαλασμό.
Με το μελάνι αίμα που τη φλέβα σπάζει
Με αίμα που νερένιο αργοσταλάζει
Με το νερό που ξόρκι κάμει αγιασμό
Δάκρυ αγγέλου που μερεύει το νυγμό
Στα στήθια. Φιλί στ΄αχείλι που στενάζει.

Φτερό να γίνεσαι στου Πόε το κοράκι
Κι' ας απομείνεις μια σιωπή βοώντος.
Ποιητής λογάς κι η σιγαλιά σου βρόντος
Αναστενάρικου χορού στη Σαμοθράκη
Εικονοστάσι που αποτρώγει το σαράκι
Θα' σαι και λυγμός θεού αποθανόντος._

Δημήτρης Νικηφόρου
24 - 8 - 2013







https://www.facebook.com/pages/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%85/618036574876940?fref=ts



Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Όλη νύχτα μιλούσε ακατάπαυστα. Έλεγε, έλεγε.. Με τα μάτια χαμένα στην πλημμύρα της αφήγησης
που ανάβλυζε τους κόπους μιας ζωής και τα χέρια δεμένα σφιχτά σαν για να μην της ξεφύγουν οι θύμησες, διέτρεχε τις ανισόπεδες διαβάσεις των αναστεναγμών της, σιάζοντας, βουνά τον καημό.
Κάπου κάπου έκανε ένα γύρω το βλέμμα ψάχνοντας στα καλντερίμια της ψυχής γι' αγαπημένους
και κάθε τόσο, όλο κάτι έβρισκε.
Αλλοτινές μορφές ανθρώπων που ξεπρόβαλαν μέσα από τις σκιές της, όσοι πήδηξαν τα παραθυράκια της μνήμης της και λησμονήθηκαν. αγνοούμενοι της σφοδρής καταιγίδας που σαρώνει το φως.

Ρομαντικές φιγούρες του παρελθόντος που ζωντάνευαν πλάι μου ξετύλιγαν το κουβάρι των παθών τους πίσω απ' τα ζαρωμένα χίλια της τ' απ' τον καιρό σκαμμένα. Και ξέθαβε τους πεθαμένους της
ανάβοντάς τους το καντήλι
"Τις αδερφάδες και τη μάνα" της
"Τ' αποθαμένο το παιδί" της.
Και της πατρίδας της το χώμα ο νους σκάλιζε που φύτευε μικρή, βιολέτες και κατόφυλλα και πότιζε τη ρίζα τους και χάιδευε τα άνθη.
Ως που 'ρθ' η αυγή και στάθηκε στο τζάμι μας.






Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Απο "ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΑΛΤΟ" Κατερίνα Γώγου



10

Τι πληκτικό καλοκαίρι κι αυτό, κύριέ μου, τι πληκτικό...
Τις νύχτες πιάνουνε ραγδαίες βροχές
μεγαλόσωμοι κύριοι με εκρού παναμάδες
βγαίνουν στους δρόμους
κομψά προχωρούν με σηκωμένα μπατζάκια
σκουπίζουν απαλά σταμπωτά τον ιδρώτα τους
με κάτι μεγάλα σεντόνια.
Το μεσημέρι, αγαπητέ μου, που πέφτουμε
άρρωστες παχουλές αλογόμυγες μας έρχονται
δεν ξέρω κι εγώ από που
παρατηρούν προσεκτικά
μία εμάς
μία τα κινέζικα καινούρια κομμάτια μας
μία την από αλάβαστρο προτομή του Λιστ
απάνω στο πιάνο.
Και ζέστη αγαπητέ, αφόρητη ζέστη.
Τ' απογεύματα που είναι όλα κλειστά
ξεκινάνε να μας κάνουν επίσκεψη
από κάπου δεν ξέρω με σκόνη
από κάπου πολύ μακριά
γέροι με άνοια και πολύ σκούρου χρώματος μελαχρινά παιδιά
με άδεια από καταΐφι κουτιά
στέκουνε σαν τις αλογόμυγες
που σας ανέφερα πιο πριν
και παρατηρούν τα αδιάθετα ξανθά μαλλιά μας.
Μας ζητούν χαρτομάντηλα για να φτύσουνε
κάτι να φάνε και καμιά πορτοκαλάδα
χωρίς ανθρακικό να την πιουν.
Και χρήματα κύριε, χάρτινα νομίσματα τσίγκινα κέρματα
χρήματα χρήματα κι αφόρητη ζέστη.
Δεν ξέρω. Αυτοί οι σκούρου χρώματος άνθρωποι
εν αντιθέσει με μας
γεννάνε συνέχεια μικρούς μαύρους βόλους παιδιά
ο υπερπληθυσμός σ' αυτούς οφείλεται
το βλέπετε, δεν χωράμε πια δεν βγαίνουμε θα μας πατήσουν.
Ευτυχώς σ' αυτές τις δικές τους απομακρυσμένες περιοχές
κόψαμε το νερό οι εργάτες του δήμου δώσαμε εντολή
να κάνουν απεργία έχουν θαφτεί από σκουπίδια
πολύ κακής διατροφής και τεράστιους ποντικούς
κι έτσι άρχισαν να κυκλοφορούν
μολυσματικές θανατηφόρες αρρώστιες
και ζέστη αλήθεια τώρα που το σκέφτηκα
μήπως αυτές τις χοντρουλές τις αλογόμυγες που μας παρατηρούν
να ξέρετε είμαι σίγουρη αυτοί τις εκπαιδεύουν.
Δε μπορεί κανείς να τους έχει εμπιστοσύνη σ' αυτούς
ο,τι ελεημοσύνη να κάνεις.
Τις προάλλες για να σας δώσω να καταλάβετε
πήγα να δώσω ένα έτσι χαστούκι μικρό
και μου εδάγκωσε το χέρι.
Θα πρέπει να λάβουμε οριστικά μέτρα γι' αυτούς
πόσο καιρό έχουμε να κάνουμε ένα πόλεμο μια επιστράτευση.
Το βραδάκι ελάτε θα μαζευτούμε σπίτι εμείς κι εμείς
θα φάμε κάτι παραδοσιακό και θα απαγγελθούν
νέοι προοδευτικοί ποιητές
αλήθεια, τι γνώμη έχετε γι' αυτή τη Γώγου;







Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Ιδιότροπα άλογα: του Vladimir Vysotsky

Δεν ξέρω αν η τέχνη "μιλάει" μέσα από τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος "φωνάζει" μέσα από την τέχνη, κι αν αυτό έχει και μεγάλη σημασία, τελικά, όσο η συγκίνηση του να απολαμβάνεις ένα υπέροχο αποτέλεσμα!
Ο ποιητής και φίλος Δημήτρης Νικηφόρου, απέδωσε το ποίημα του Vysotsy  με το πάθος, την ένταση αλλά και τον σεβασμό και τη λ ε π τ ό τ η τ α  που απαιτεί μια μεταφραστική προσπάθεια.
Τον ευχαριστούμε για την αριστουργηματική του δουλειά που μοιράστηκε μαζί μας.



Ιδιότροπα άλογα


Απ' άκρη σ' άκρη του γκρεμού, πάνω στο χείλος της αβύσσου
Μαστιγώνω τ' άλογα μου οδηγώντας τα ίσια μπρος.
Μου σώνεται η ανάσα, πίνω τον άνεμο, ρουφάω την ομίχλη
Νοιώθω με μια απόκοτη ηδονή να χάνομαι, να αφανίζομαι

Κάντε λίγο αγάντα άλογα μου, αγάντα λίγο!
Μην υπακούτε στο σκληρό μαστίγιο!
Μα για τη τύχη μου τα άλογά μου είναι τόσο ιδιότροπα -
Ούτε να ζήσω πρόλαβα, ούτε θ' αποτελειώσω το τραγούδι μου.
Θ' αφήσω τα άλογα μου να ξεδιψάσουν
Θα τραγουδήσω αυτή τη στροφή
Για μια στιγμή ακόμα θα σταθώ στο χείλος...

Θα χαθώ μ' ένα φύσημα σαν χνούδι από το χέρι - σαρωμένος στη λαίλαπα
Καθώς τ' άλογα καλπάζοντας θα σύρουν το έλκηθρο μου στο πρωϊνό χιόνι.
Συγκρατείστε την ορμή σας άλογα μου, μη βιάζεστε
Παρατείνετε έστω για λίγο το δρόμο μου για το τελευταίο καταφύγιο!

Κάντε λίγο αγάντα άλογα μου, αγάντα λίγο!
Μην ακούτε πια το λουρί και το καμτσίκι!
Μα για τη τύχη μου τα άλογά μου είναι τόσο ιδιότροπα -
Ούτε να ζήσω πρόλαβα, ούτε θ' αποτελειώσω το τραγούδι μου.
Θ' αφήσω τα άλογα μου να ξεδιψάσουν
Θα τραγουδήσω αυτή τη στροφή
Για μια στιγμή ακόμα θα σταθώ στο χείλος...

Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα: δεν κινάς αργοπορημένος για τον Θεό -
Μα γιατί οι άγγελοι εκεί δοξολογούν με τόσο μοχθηρές φωνές;
Ή μήπως είναι ο στριγγός ήχος μια καμπάνας που ξέσπασε σε λυγμούς;
Ή μήπως είναι οι κραυγές μου στα άλογα να τραβούν το έλκηθρο πιο αργά;

Κάντε λίγο αγάντα άλογα μου, αγάντα λίγο!
Παρακαλώ σας μη τρέχετε με ξέφρενο καλπασμό!
Μα για τη τύχη μου τα άλογά μου είναι τόσο ιδιότροπα -
Ούτε να ζήσω πρόλαβα, ούτε θ' αποτελειώσω το τραγούδι μου.
Θ' αφήσω τα άλογα μου να ξεδιψάσουν
Θα τραγουδήσω αυτή τη στροφή
Για μια στιγμή ακόμα θα σταθώ στο χείλος...


Απόδοση : Δημήτρης Νικηφόρου 8 - 3 - 2013
( Δεν φτάνει μόνο η γλώσσα να μεταφέρει α υ τ ή την π ο ί η σ η από τις στέπες. Το έλκηθρο είναι η ψυχή που τραγουδά το ίδιο τραγούδι...)



Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Σ' αυτή τη πόλη -Δημήτρης Νικηφόρου-

σ' αυτή την πόλη

σ' αυτή την πόλη
η μοναξιά 
κυκλοφορεί εναλλακτικά στον δακτύλιο.
σήμερα οι μονοί
αύριο οι ζυγοί
και πάει λέγοντας.
στις μοιραίες συγκρούσεις
ο λόγος πνίγεται σε αψιμαχίες
και χυδαίους προπηλακισμούς --
« γαμιέσαι ρε..».
« σε μένα το' πες μωρή κουφάλα;» --
που και που πέφτουνε τίποτα ψιλές
και ύστερα όλα διευθετούνται
με την ανταλλαγή ασφαλιστηρίων καρτών --
« κάνε μια δήλωση ότι φταις ρε φιλάρα
να πληρωθώ κι εγώ να τη βγάλω...» --
απρόσωποι μεσάζοντες αναλαμβάνουν τα περαιτέρω.

σ' αυτή την πόλη
την πόλη μου
η μοναξιά με ανασηκωμένους γιακάδες
τρυπώνει στα μπουρδέλα της Φυλής και της Βάθης
με ένοχη ντροπή που καμπουριάζει τους ώμους.
οι πουτάνες την μυρίζονται
όπως οι ύαινες τα ψοφίμια και ξερογλύφονται
μα δεν είναι λίγες φορές
που τιθασεύοντας το ορμέμφυτο της σκύλευσης
την παίρνουν αγκαλιά τρυφερά
σαν ξεπαγιασμένο χαμίνι στη ξώπορτα
τη ζεσταίνουν και κάνουν τσιγάρο μαζί
ωσότου η καύτρα φτάσει στα κίτρινα δάχτυλα.

στην πόλη μου
έπηλυς πια από καιρό σεργιανώ
βλέποντας την μοναξιά
να μακραίνει τους κυνόδοντες ανθρώπων
που έπαψαν να χαμογελούν και να πειράζονται
ή να λένε « χαθήκαμε αδερφέ, πώς πας; »
ή « πέρνα απ' το σπίτι έτσι για ένα κρασί...»
ίσως πάλι δεν είναι η μοναξιά ούτε οι άνθρωποι
παρά το ψέμα που αγριεύτηκε στο κλουβί
και μας στρίμωξε στα σχοινιά
με συνεχή γρονθοκοπήματα.

μα κι' έτσι ακόμα
με κατεβασμένα βλέφαρα
τούμπανο απ' το ξύλο
έχουμε περιθώριο αντεπίθεσης
μ' ένα ξαφνικό άπερκατ στο σαγόνι
και μια αντικανονική κλωτσιά στ' αρχίδια._

( Συλλογή «τ' αδέσποτα σκυλιά τρώνε ό,τι βρουν» 2003 )


https://www.facebook.com/pages/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%85/618036574876940?fref=ts



Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Δρόμοι είναι οι ψυχές που κάποτε τυχαίνει να σμίγουν οι ιστορίες τους. Η διμερής, από κοινού, κατάθεση, χαράζει δικές της γεωδαισιακές, που συναντώνται στην καμπύλη γεωμετρία της ποίησης απ-αγγέλοντας στίχους :




Άτιτλο
Την αρμονία του σύμπαντος ανατρέπω!
Ω φάσμα εσύ του παλιού αιθέρα
καλώ σε τη ντάμα σου ν' αγκαζάρεις
έτσι που οι στροφές της ν' αργέψουν.
Οι μέρες μήνες να γινούν,
οι μήνες χρόνοι
και στο καιρό πόδια χελώνας να φυτρώσουν.

Στου χρόνου το βέλος τρυπώ την ανάγκη!
καρφωμένος βιγλάρει στη γέφυρα,
σφυρίζοντας τη μπαλάντα του ιπτάμενου Ολλανδού,
ο πλοηγός της τρικάταρτης φαντασίας μου
που πρόβαλε στις δίνες ενός νεφελώματος,
της ίδιας του της έκρηξης ανεμοσκόρπισμα.
Πάγος και άνθρακας!
Παραφωνία στα νιόφερτα άστρα.
Πλάνης• ένα σε διαρκή αγυρτεία μετέωρο,
περιδινούμενος ίλιγγος
με απαστράπτουσα ουρά σελαχιού,
σκαρί μαθημένο στις απρόβλεπτες τροχιές της μέθης,
ιππότης της ελεεινής μορφής που,
αντίθετα από τον τρελό του Θερβάντες,
παίρνει τους γίγαντες για ανεμόμυλους•
χορευτής κάθε μάχης χαμένης.
Ω τι πορτραίτο ελκυστικό!
Και πως να ξύσω το κάρβουνο
σε τούτη την υποδόρια έξαρση;
κι' αυτό το στημένο στο ικρίωμα κρανίο,
η αψιά του αδιαφορία σαν την σκιά φτερούγας
π’ ανοίγει διάπλατη στου νου του το πέταγμα.
Καρφιτσωμένοι αιώνες στο χαρτί μου
και γω, ανέγνοιαστα στου κόσμου τις άκριες,
σμίγω σούσουρα με ντοκουμέντα,
τα κοπανώ στο γουδί μου, τ' αλέθω•
Ρυτίδες αρότρου χαράζει η σμίλη μου
σε αγρούς ξανά οργωμένους
στων ματιών του τα χάσκοντα βάθη.
Άτιτλο λέω ν'αφήσω ετούτο το σκίτσο.
Ανωνόμαστο σαν τον πλάνητα ποιητή μου
για να μαντεύουν στις λοξές και στις κάθετες
πως σπέρνεται στα έγκατα η απόγνωση και
στα ουράνια τα στάχυα της θερίζει η ελπίδα._
Μαρία Τζιάτζιου
Δημήτρης Νικηφόρου
27- 4 -2013






Σάββατο 20 Απριλίου 2013


Κι η μνήμη μπλάβιζε στο χρόνο
Ρημαγμένη απ' τις νυχιές αδιάφορων συμβάντων
Περαστικών
Κι η ορμή ξεθύμαινε σπρωγμένη απ' των ευθυνών τη βιάση

Κι οι μέρες μου μοιρολοΐστρες πάνω απ' τα χαρακώματα της νύχτας
Απόμειναν στα μαύρα τυλιγμένες να πενθούν
Για όσα τα όνειρα ψιθύριζαν για τ' αύριο


μαρια
   Φωτογραφία: Κι η μνήμη μπλάβιζε στο χρόνο
Ρημαγμένη απ' τις νυχιές αδιάφορων συμβάντων
Περαστικών
Κι η ορμή ξεθύμαινε σπρωγμένη απ' των ευθυνών τη βιάση 

Κι οι μέρες μου μοιρολοΐστρες πάνω απ' τα χαρακώματα της νύχτας
Απόμειναν στα μαύρα τυλιγμένες να πενθούν 
Για όσα τα όνειρα ψιθύριζαν για τ' αύριο

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

'' Russ the soviet '' by Sergei Yesenin

Ο τυφώνας έχει περάσει. Μείναμε μόνον λίγοι επιζώντες.
Πολλοί απουσιάζουν από το προσκλητήριο των φίλων.
Επέστρεψα πάλι στην έρημη γης,
Απ' όπου έλειψα για οχτώ χρόνια.

Σε ποιόν να στραφώ; Με ποιόν μπορώ να μοιραστώ
Τη μελαγχολική χαρά που είμαι σώος και ζωντανός;
Ένας μαγκούφης ανεμόμυλος στέκει ορθός ακόμη εδώ
Σαν βαλσαμωμένο πουλί μ' ένα φτερό - μάτια κλειστά.

Άγνωστος είμαι σε όλους εδώ.
Κι' όσοι θυμούνταν, μ' έχουν από καιρό ξεχάσει,
Και κει που κάποτε ακόμη ήταν το πατρικό μου
Απόμειναν στάχτες κι' ένα λεπτό στρώμα σκόνης του δρόμου.

Όμως η Ζωή βράζει.
Η Ζωή προχωράει γοργά.
Φρέσκα και γερασμένα πρόσωπα με προσπερνούν βιαστικά
Αλλά κανείς δε μου γνέφει, κανέναν δεν χαιρετώ
Σε κανένα βλέμμα δεν μπορώ να βρω καταφύγιο.

Και στο κεφάλι μου μπαινοβγαίνουν σκέψεις βουϊζοντας.
Τι σημαίνει πατρίδα;
Μην είναι τάχα μόνον όνειρα;
Γιατί για όλους σχεδόν εδώ, είμαι ένας προσκυνητής,
Ένας αγύρτης θλιβερός, ποιος ξέρει από τι μακρινό ταξίδι.

Και να' μαι λοιπόν!
Ένα έκθεμα ενός τόπου
Όπου το μόνο ενδιαφέρον που θα' χει είναι πως
Μια απλή χωριάτισσα έφερε στον κόσμο εκεί μια μέρα
Έναν θερμόαιμο ταραξία Ρώσο ποιητή.

Μα πάλι του νου η φωνή μιλά στη καρδιά.
'' Έλα σύνελθε! Γιατί ενοχλείσαι;
Είναι το νιόφερτο φως που φέγγει
Στα βαγόνια μιας άλλης γενιάς.

Αλίμονο, οι ανθοί σου τείνουν στην πτώση.
Τώρα άλλα τραγούδια τραγουδιούνται από άλλα χείλη,
Που όπως φαίνεται είναι πιο ελκυστικά, -
Δεν είναι ένα χωριό η μάνα τους, αλλά ο κόσμος ''.

Αχ, πατρίδα, πόσο γελοίος μπορώ να γίνω!
Τα βαθουλωτά μάγουλα κοκκινίζουν μ' ένα θαμπό πορφυρό,
Η γλώσσα των συμπατριωτών μου μου είναι ξένη,
Είμαι ένας έπηλυς στην ίδια μου τη χώρα.

Και να που βλέπω
Τους χωρικούς τη Κυριακή,
Συγκεντρωμένους σαν κοπάδι, όπως πριν μπροστά στην εκκλησιά,
Να ανταλλάσσουν τις καθημερινές τους έγνοιες
Με τα γνώριμq μεγαλόφωνα πρόστυχα λόγια.

Πέφτει το σούρουπο, και ο ήλιος ραντίζει
Μια υγρή χρυσόσκονη πάνω από τα ασημένια λιβάδια.
Και οι λεύκες κρύβουν τα γυμνά τους πόδια στ' αυλάκια
Όπως οι φράκτες κρύβουν τις κνήμες των μικρών μοσχαριών.

Ένας χωλός υπναλέος απόμαχος του κόκκινου στρατού,
Εις ενθύμηση, τεντώνοντας το ζαρωμένο του κεφάλι,
Διηγείται ιστορίες, υπερβάλλοντας, για τον Budyonny,
Και την ανακατάληψη του Perekop από τους κόκκινους.

'' Κι' έτσι έγινε η συμπλοκή, κι' από τις δυο μεριές,
Οι μπουρζουάδες... εκείνος εκεί... κάτω στη Κριμαία... ''
Και οι σφενταμιές συνοφρυώνονται σμίγοντας τα κλωνάρια τους
Και οι γυναίκες βαριανασαίνουν με φόβο στο βουβό λυκόφως.

Οι ντόπιοι Κομσομόλοι παρελαύνουν στη δημοσιά,
Και, με την φυσαρμόνικα να να παίζει δυνατά
Αντηχώντας στην κοιλάδα με εύθυμους τόνους,
Τραγουδούν του Demian Bendy τα παραπειστικά ποιήματα.

Ω! Τι χώρα! Γιατί στη κατάρα βροντοφώναξα
Στις ρίμες μου ότι ήμουνα ένα με τις μάζες;
Σήμερα η ποίηση μου δεν έχει πια ζήτηση,
Και, πολύ πιθανόν, ούτε εγώ χρειάζομαι πια εδώ.

Πάει καλά!
Συμπάθα με μητρική γη.
Για όσα ήμουνα χρήσιμος, μ' αυτά μόνο νοιώθω ικανοποίηση.
Κι' ας μην τραγουδιούνται οι στίχοι μου τώρα,
Εγώ τους τραγούδησα στο προσκεφάλι της άρρωστης χώρας μου.

Όλα τα παίρνω όπως είναι.
Τα αποδέχομαι όλα και τέλος.
Είμαστε σύμφωνοι, θα κρατήσω μακριά τον απόβλητο.
Ενέχυρο θα βάλω τη ψυχή μου για το Μάη και τον Οκτώβρη,
Μόνο τη λύρα μου ποτέ δεν θ' αποχωριστώ.

Δε θα τη δώσω σ' αλλουνού τα χέρια κανενός,
μήτε στη μάνα, τη γυναίκα μου ή σε κανέναν απ' τους φίλους.
Τι μοναχά σε μένα εμπιστεύτηκε τούτες τις μελωδίες της,
Σε μένα, κι' άλλον κανένανε, τραγούδησε τα τρυφερά τραγούδια της.

Εσείς οι νέοι να περνάτε καλά και τα κορμιά σας γερά να κρατάτε!
Σας προσμένει καινούργια ζωή, καινούργια τραγούδια.
Κι' όσο για μένα... ξεκινάω για άγνωστες στέπες.
Να γαληνέψει για πάντα η αντάρτικη ψυχή μου.

Μα ακόμα κι' όταν
Στον πλανήτη ολάκερο
Πάψουνε οι φυλετικές διαμάχες
Και η θλίψη και τα ψέματα σωθούνε
Ακόμα τότε θα υμνώ, με όλο
Του ποιητή το Είναι,
Της γης το ένα έκτο
Μ' ένα όνομα τόσο μικρό όπως '' Russ ''.

Μετάφραση : Δημήτρης Νικηφόρου.



Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Κι απέναντί μου, σε μόνιμη θητεία η γκρίζα
στοιχειωμένη θάλασσα
χειροκροτεί τα πάθη μου
Τι να της πω...
Όπως μου αρέσει θα κάνω!
Εγώ για να φύγω ήρθα