Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Θα ζαρώσω
σαν παιδί
και σαν γυναίκα.
Θέρε τα μπράτσα σου γύρω απ' το λαιμό μου.
Κράτησέ με ζεστά και ήσυχα.
Ο έρωτας έγλυψε απο πάνω μου
και με αποκοίμησε.
Το στήθος μου βόγγηξε...

Θα κλείσω τα μάτια.
Μίλησέ μου ν'ακούω.
Πές μου για μάς.
Κρύψε τις λύπες κάτω απ' τα μαξιλάρια.
Ταξίδεψέ με στην ουτοπία της στιγμής
που τη λένε ευτυχία
να πετάξουμε με τα φτερά της
στη νύχτα που μας ελευθέρωσε και μας λύτρωσε.
Έλα να απολαύσουμε
τη γεύση της αγάπης
στο χρυσό μας κλουβάκι,
να γίνει ο κόσμος δικός μας.
Να κατακτήσουμε την ομορφιά του.
Μ' ενα χάδι
Μ' ενα φιλί
Μ' ενα νανούρισμα...
Σκύψε να σε δούν τα όνειρά μου
Μυρίζεις όμορφα όπως πάντα...


 ~μαρία~



Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Σ' αυγάτισα τ' αμπέλια κερά μου
τα στάρια για τ' αλεύρι σου, το λάδι
τα κρομύδια του χειμώνα
ξύλα για τη ζέστη σου.
Μαλλί, κλωστή για τα κεντίδια σου.
Μπόλιασα τις χαραμάδες στα παράθυρα
κι έσιαξα πάνω απ' το κεφάλι σου τα κεραμίδια.
Με τα δυο χέρια μου έσκαψα
τον λίγο κήπο σου.
Καλοκερά μου 'σύχασε.
Ζύμωνε, ψένε τ' ολόξανθο ψωμί σου.
Ζέσταινε το καλύβι μας
Να ορθώσουμε τα πόδια της ζωής που καταριέται
και λαμανάει τη φτώχεια μας.
Μ' αντρειά και δύναμη σηκώσου.
Τούτο τον κόσμο 'μεις τον στρώσαμε
Τον ξέρουμε και τον πονούμε
Κάμε μια ανάσα του καιρού
και θα του παραβγούμε


Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Τώρα, το δάσος με τους φόβους είναι μακριά
Κι οι σκιές του ανύποπτες
Για τα βάραθρα που ανοίγουν μέσα μου
Σαν και πρώτα κοιμίζονται κάτω απ' τα δέντρα
Απ' του ήλιου το φως κρυμμένες
Κι απ' του φεγγαριού το στεφάνι ατύλιχτες
Μάγισσες παγωμένες στη δροσιά των χόρτων
Σε εφιάλτες τιμωρημένους
Γαντζωμένες, κι άφευγες, δίνες του τρόμου
Ίδιο φιδιού το δάγκωμα...





Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Κάνε με δρόμο να περνώ αθόρυβα, κάτω απ' τα πόδια σου
Κάνε με ώρα, να πλέκεις στεφάνια τους κύκλους μου

Κι εγώ θα γίνω η ψυχή, της μιας σου ζωής στο άπειρο
έρωτας,  να σε πονάω πάντα
Κακό όνειρο να μην γιατρεύομαι
Οδύνη βαθιά, να μην ξεχνιέμαι.
Φτώχεια, να μη σε χορταίνω,
θάνατο, 
θάνατο, να μην σ' ανασταίνω...

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Όταν εκείνη η κουκουβάγια εμφανίστηκε πάλι
Το παράκανα να τη σκοτώνω μέσα μου
Κουράστηκα 
Να σε κυνηγώ πίσω απ' τα φτερά της τη νύχτα

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Έτσι τον χρόνο εξόδεψα η θνητή
Αλαφροσέρνοντας τα πόδια μου
Δίχως το νου μου να 'χω, απρόσεχτα
Μη κι αποξεχαστώ
Σε μιας ξυπόλυτης θεάς την όμορφη πατρίδα*
Π' αν την πατούν οι νηστικοί
οι κουρασμένοι, οι άμοιροι
τροφή τους δίνει και νερό.
Στα δέντρα και στ' αυλάκια χάνονται.
Στου ήλιου την ξέπνοη ανάσα
Εκεί π' ανοίγουν, να διαβείς, οι συμπληγάδες
Το κάθε δείλη γεύονται σαν πρώτο.
Λουσμένοι στο φως τ' άπαθο από πίκρα.
Κι ανάρια θαρρείς καθώς, τα μάτια
Των ημερών το νήμα κλώθουν
Με το αβρό το χάιδεμα, ίδιο, των χειλιών
Στην κοριτσίστικη τη σάρκα,
Κλώνους ανθούν στης ομορφιάς, της άδολης, τη θέα.
Ρίζες βαθιές ως τα κατάβαθα τρυπούν
Απλώνουν. Ως του μυός του τρυφερού
Που στη λαλιά του ρολογιού αποκρένεται
Και ξέρει να σκοτίζεται
Για της αγάπης τα φιλάσθενα παιδιά
Πατέρα που 'χουνε ολόκληρο ουρανό
Και τιμωράει τα πάθια τους
Μια στη βροχή, μια στο χαλάζι
Μια στο σκοτάδι, ν' αργοπίνουν το λυγμό
Στου έρωτα τη δίψα, Κώνειο.

*Ω, τόπος αλησμόνητος αυτή η γης, η εύφορη
Των δυνατών μυών σου.


τζιάτζιου μαρία


Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Δε μ' έκλωθες να μ' έπνιγες
μαύρη κλωστή και να τη σφίξεις 
παρά ζουμπούλια πο 'φερες 
δίχως τη μυρωδιά σου
δίχως το χρώμα των μαθιών
και δίχως τη θωριά σου
ολόιδια του γίγαντα 
αξιοζηλεμένη 
σαν τα βουνά θεόρατη
τα που ποτές δε σκύβουν
κι ας τα πατούν τα σύννεφα
στη ράχη και πονούνε
κι απά πετούν οι αετοί
και τ' άγρια τσακάλια
κι άνεμο δε λογιάζουνε 
και κρύα δε φοβούνται
μόνο μου σκίζουν την καρδιά 
και μου πονούν τα στήθια
τώρα που μου ξεμάκρυνες 
και μάνα δε φωνάζεις
και δεν ανθίζει ο κήπος μας
μήτε πουλί ζυγώνει 
στη φούχτα σου για να σταθεί 
στον ώμο σου να κάτσει 
να του μιλήσεις, να του πεις 
να το καλοχαϊδέψεις
σπυρί να δώκεις και νερό
για να μην αποθάνει
για να μην κλάψει η μάνα του
κι ο ουρανός θρηνήσει
και χύσει τόσα δάκρυα
ποτάμι και μας πνίξει
κι ούτε στον τάφο σου να 'ρθω
λουλούδι ν' ακουμπήσω
δρόμο δε θα 'χω να διαβώ
μον' λασπουριά και πέτρα
κι ως πού να 'ρθει η Άνοιξη
πώς να την περιμένω
κερί να φέρω η δόλια μου
καντήλι να σ' ανάψω
και να σ' αφήσω τα μαλλιά
τα χιλιοτραβηγμένα
για να 'χεις σου τη μυρωδιά
της γέννας σου στον κόσμο
να μη θαρρείς πως έφυγες
και θρήνος δεν ακούστη
για 'τα τα μάτια 'πο 'κλεισαν
για τούτα δω τα χέρια
την πέτρα που τη στύβανε
και το νερό της ρέει
καυτό και καίει μου την καρδιά
τα σωθικά μου λιώνει
καμάρι μου που να χαρώ
κι εγώ κοντά σου να 'ρθω
να σε χαϊδεύω, να φιλώ
τα μπράτσα σου, τα στήθια
σα να 'σαι πάλι ενός χρονού
που σου 'παιζα στην κούνια
κει δα με τα παιχνίδια σου
και σ' άκουγα το γέλιο
που γλυκολάλαε στις μεριές
και γιόμιζε το σπίτι
γιόμιζε ο κόσμος κι ο ντουνιάς
σαν τ' όνομά σου βγήκε
και φώναζα στη στράτα σου
κι η γης κρυφογελούσε
κι άπλωνε να κλωνάρια της
απάνω τους ν' ανέβεις
ψηλά, να δεις πως γεύονται
τα άνθη τους στα ύψη
τον άνεμο που λυγερός
κλωθογυρνάει και φέρνει
νυφούλες για το σταύρωμα
για να καρπίσει η πλάση
μη λείψει σου το φρούτο σου
μη λείψει το φαΐ σου
που σου ετοίμαζα ζεστό
να φας να μεγαλώσεις
θεριό να γίνεις να σε ιδώ
να σε καλοπαντρέψω
και πλάι σου πάλι εκεί εγώ
παιδιά να μεγαλώσεις
να καμαρώσω στις χαρές
και να σταθώ στις λύπες
στον ήλιο να 'χεις πρόσωπο
κι όχι κάτου στον Άδη
που σ' έστειλε το ριζικό
απ' το κακό το μπόλι
που 'πιασε στην καρδούλα σου
κι έσφιξε το κορμί σου
και κρύο πώς να το θωρώ
στη γης που σ' αγκαλιάζει
αετέ μου εσύ, σταυραετέ
και πάει το πέταγμά σου
εστέρεψε τον ουρανό
κι έκρυψε το φεγγάρι
σα σίγασ' η ομορφάδα σου
μονάκριβό μου ρόδο