Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Έτσι τον χρόνο εξόδεψα η θνητή
Αλαφροσέρνοντας τα πόδια μου
Δίχως το νου μου να 'χω, απρόσεχτα
Μη κι αποξεχαστώ
Σε μιας ξυπόλυτης θεάς την όμορφη πατρίδα*
Π' αν την πατούν οι νηστικοί
οι κουρασμένοι, οι άμοιροι
τροφή τους δίνει και νερό.
Στα δέντρα και στ' αυλάκια χάνονται.
Στου ήλιου την ξέπνοη ανάσα
Εκεί π' ανοίγουν, να διαβείς, οι συμπληγάδες
Το κάθε δείλη γεύονται σαν πρώτο.
Λουσμένοι στο φως τ' άπαθο από πίκρα.
Κι ανάρια θαρρείς καθώς, τα μάτια
Των ημερών το νήμα κλώθουν
Με το αβρό το χάιδεμα, ίδιο, των χειλιών
Στην κοριτσίστικη τη σάρκα,
Κλώνους ανθούν στης ομορφιάς, της άδολης, τη θέα.
Ρίζες βαθιές ως τα κατάβαθα τρυπούν
Απλώνουν. Ως του μυός του τρυφερού
Που στη λαλιά του ρολογιού αποκρένεται
Και ξέρει να σκοτίζεται
Για της αγάπης τα φιλάσθενα παιδιά
Πατέρα που 'χουνε ολόκληρο ουρανό
Και τιμωράει τα πάθια τους
Μια στη βροχή, μια στο χαλάζι
Μια στο σκοτάδι, ν' αργοπίνουν το λυγμό
Στου έρωτα τη δίψα, Κώνειο.

*Ω, τόπος αλησμόνητος αυτή η γης, η εύφορη
Των δυνατών μυών σου.


τζιάτζιου μαρία