Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Όλη νύχτα μιλούσε ακατάπαυστα. Έλεγε, έλεγε.. Με τα μάτια χαμένα στην πλημμύρα της αφήγησης
που ανάβλυζε τους κόπους μιας ζωής και τα χέρια δεμένα σφιχτά σαν για να μην της ξεφύγουν οι θύμησες, διέτρεχε τις ανισόπεδες διαβάσεις των αναστεναγμών της, σιάζοντας, βουνά τον καημό.
Κάπου κάπου έκανε ένα γύρω το βλέμμα ψάχνοντας στα καλντερίμια της ψυχής γι' αγαπημένους
και κάθε τόσο, όλο κάτι έβρισκε.
Αλλοτινές μορφές ανθρώπων που ξεπρόβαλαν μέσα από τις σκιές της, όσοι πήδηξαν τα παραθυράκια της μνήμης της και λησμονήθηκαν. αγνοούμενοι της σφοδρής καταιγίδας που σαρώνει το φως.

Ρομαντικές φιγούρες του παρελθόντος που ζωντάνευαν πλάι μου ξετύλιγαν το κουβάρι των παθών τους πίσω απ' τα ζαρωμένα χίλια της τ' απ' τον καιρό σκαμμένα. Και ξέθαβε τους πεθαμένους της
ανάβοντάς τους το καντήλι
"Τις αδερφάδες και τη μάνα" της
"Τ' αποθαμένο το παιδί" της.
Και της πατρίδας της το χώμα ο νους σκάλιζε που φύτευε μικρή, βιολέτες και κατόφυλλα και πότιζε τη ρίζα τους και χάιδευε τα άνθη.
Ως που 'ρθ' η αυγή και στάθηκε στο τζάμι μας.