Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

...
Άκουσα τον πιο βαρύ μου αναστεναγμό που ως τότε είχα άγνοια αν στ' αλήθεια υπήρχε
Πόνεσα και στις πιο απόκρυφες γωνιές της ψυχής που καμιά λογική, ποτέ, δε με είχε πετάξει στα βάθη της.
Έκλαψα με τα πιο σιωπηλά δάκρυα μαθαίνοντας πόσο είναι ικανά να κάψουν την ψυχή και πόσο επώδυνα να χαράξουν στα μάγουλα.
Όμως, μάζεψα λίγο απ' το κουράγιο μου, τραγούδησα σιγανά με τη σπασμένη φωνή μου και είπα στην καρδιά
"Ξέχνα το ταξίδι γλυκιά μου. Οι μεγάλοι δρόμοι είναι εκείνοι που τους παίρνεις μία μόνο φορά γιατί αλλιώς, χάνουν τη μαγεία τους.
....
Οι πιο αγαπημένοι άνθρωποι δεν είν' εκείνοι που ποτέ δεν θα φύγουν απο κοντά σου αλλά, εκείνοι που ποτέ δεν θα σβήσουν απ' την ψυχή σου. Να τιμάς και να ευχαριστείς πάντα εκείνους που σ' αγάπησαν γιατί αυτοί ήταν η ζωή σου. Το αύριο της κάθε μέρας σου. Κι εκείνους που σε πλήγωσαν, καρδιά, να τους ευγνωμονείς ακόμα πιο πολύ. Ήταν εκείνοι που σου έμαθαν να διακρίνεις  την κακοτοπιά, το λάθος, το πόσο δεν πρόσεξες. Τα μεγαλύτερα μαθήματα απο κείνους τα πήρες.Τα χαστούκια που μας δίνει ως μαθήματα ο θεός, μην ξεχνάς, μας τα δίνει με τα δικά τους χέρια..."

Αυτό είναι. Ο θεός. Εκείνον έψαχνα απο μικρό παιδί και δεν βρήκα ποτέ μου. Ζητούσα ένα σημάδι του, φώναζα γι' αυτό με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ξέσκιζα το στήθος μου, ερχόμουν σε πλήρη απόγνωση, έπεφτα και δεν είδα την αγάπη του ποτέ, ποτέ...Δεν μου άπλωσε το χέρι του ποτέ. Έπρεπε σακατεμένη να σηκωθώ και να παλέψω πάλι μόνη, να τα στήσω ξανά πάλι όλα απ' την αρχή. Έτσι έμαθα να μην κοιτάω ψηλά. Δεν σήκωσα τα μάτια κι εγώ ποτέ ξανά να τον ψάξω. Έκοψα τις παρτίδες μου με τους ουρανούς και τα λευκά του σύννεφα. Αποστρεφόμουν και την αναφορά του πια..Μα ας είναι.
...
Οι σκέψεις κάναν μια πορεία ετών στο μυαλό μου ως που κουράστηκα. Το κορμί μου άρχισε κι έτρεμε τινάζοντας γύρω μου τις σταγόνες της βροχής που ακόμα χουζουρεύανε πάνω στα ρούχα μου και γυαλίζανε στο μισοσκόταδο.Μα δε με ένοιαζε, τίποτα δεν είχε σημασία πια. Τίποτα. Και σ' αυτό το τίποτα τελείωσε εκείνο το βράδυ καθώς τα μάτια μου κλείνανε, υγρά απ' τη βροχή και τα δάκρυα. Ένα τίποτα που χανόταν υπόκωφο στα όρια του συνειδητού και του ονείρου. Ένα τίποτα που έμελλε να είναι η τελευταία λέξη που θα με συνέδεε με την κακή μου πραγματικότητα και με την εποχή εκείνη. Έτσι βρεμένη, ακουμπισμένη στο μέσα περβάζι του παραθύρου, με όλα τα γνώριμα αντικείμενα πλάι μου, ανάμεσα στις πιο αγαπημένες σκιές του παρελθόντος, στη σιγουριά και την ασφάλεια του πατρικού μου, αποκοιμήθηκα.
...
Δεν θυμάμαι να ξανάδα τόσο όμορφο όνειρο
...
"Ο θεός τελικά, κοιμόταν στη στέγη των ονείρων μου..."

                                                                                                             μαρία*