Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012


Με πήρες μαζί.
Έσφιγγες το χέρι μου τόσο που, δεν σκέφτηκα καν να το τραβήξω από φόβο να μην τραυματιστώ
Τα περιοδικά στο περίπτερο κρέμονταν όπως να 'ναι
η περιπτερού     - κουτσομπόλα
σε κοίταγε με το μισό απ' το ένα της μάτι, νύχτωνε.
Λεωφορεία, αυτοκίνητα,
νερά στους δρόμους, φωτεινές ταμπέλες νέον 
πεταμένα έπιπλα στη γωνιά του δρόμου
δέντρα που πλέναν τη γύμνια τους στον αργό χειμώνα
-μα, πώς τινάζουν τα νερά απ' τη ρίζα τους;
τα έπιπλα; ποιας αγάπης τους θεατές είχανε ρόλο; 
 εκεί
φτάσαμε στο τέλος.
Στα νοσοκομεία οι ασθενείς περιμένανε με αγωνία την κατάληξη
Η βροχή στέγνωσε.
Έτσι απλά. Γρήγορα
Το εκκρεμές στον τοίχο συνέχιζε να μου θυμίζει
τους πεθαμένους μου, που τάχαμου 
κάναν όλοι τούς σιωπηλούς αλλά
οι φωνές τους ενοχλούσαν τους γείτονες
Η σκόνη στο βιβλίο που διάβαζες, για χρόνια σκέπαζε τη μοναξιά της ηρωίδας
μα τα κόκκινα μάτια της, κλαίγανε κρυφά στις τελευταίες σελίδες, λίγο πριν τον επίλογο.
Οι ασθενείς καταλήξανε.
Ε υ τ υ χ ε ί ς  και  γ ε ν ν α ί ο ι

Το χέρι μου, 
πονάει ακόμα από το σφίξιμο
Κι η βροχή, όταν έρχεται 
γλιστράει με σινιάλα στο τζάμι...

Τζιάτζιου Μαρία