Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Έι, τι έγινε;
Θαρρώ περίμενα ένα τρένο λαίμαργο
να με πάρει.
Ξημέρωσα
να στέκω καρυάτις στον υπόγειο
νυσταγμένη  κι άφαγη
Λειψή από δίψα για χρήση
με τη σύριγγα γεμάτη ζωή φουλ
κάπου άκουσα, αναρτήθηκα λέει
σε πίνακα ανακοινώσεων
πρώτη μούρη καταζητούμενη απο αμαρτίες
με μάτια αλλήθωρα στη φωτογραφία
τρομαγμένη
κι εκεί θυμήθηκα, όταν η μάνα μου μου έτριβε τα γόνατα,
αλληθώριζα αλήθεια απ' το σύρμα και την ανατριχίλα του
και σηκωνόταν το μαλλί μου κάγκελο.
Μαύρο, γυφτόπαιδο, με το σάκο αέρα κοπανιστό
έψαχνα ακόμα και στον ύπνο μια μαϊμού
αλλά το πρωί μαϊμού με φώναζε ο πατέρας μου.
Και γελούσα που ξέχασα δυο χρόνια να καβαλήσω δέντρο
ένα σαν εκείνη την πετροκερασιά με τα άσπρα λουλούδια,
λημέρι στα μοναχικά και μυστικό καράβι στα ταξίδια...
Ω. Ρε Σουλτάνα, που σε θυμήθηκα..
Είχαμε και μαζί ένα σπίτι πάνω σε μια μυγδαλιά.
"Φύσα αέραααααα!!!!!!!!
Σε κάθε πέταλο έστελνες κι εσύ μια ευχή μαζί μου αλλά
γελαστήκαμε.
Ήταν πολλές οι ευχές Σουλτάνα.
Τώρα εύχομαι μόνο να έρθει το τρένο
να ξεφύγω απ' τον υπόγειο που ξέμεινα.

                                                                                              τζιάτζιου μαρία