Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Το σκάσαμε απ' τη χαραμάδα κι αλητέψαμε.
Σε δυο μέρες τα τζιν μας βρωμούσαν
κι οι τσέπες τους βάραιναν απ' τις πέτρες.
Στο ψωφόκρυο το δαγκώναμε
και το γκρι μπουφανάκι σου μας ζέσταινε με τη  σειρά
Θυμάσαι;
Η μις Φρίντα κάλπαζε χαζοχαρούμενα στο λιμάνι
κι άδειαζε τις προμήθειες στη θάλασσα να τρώνε τα ψάρια
μ' ένα τρελό κέφι που θα την ψάχνει η μάνα της.
Μικρός ο δρόμος της χαράς
Τίποτα δεν έδειχνε το τέλος.
Ήταν μικρός ο κόσμος ακόμα...
Η πετονιά σου μπλεκόταν κάθε τόσο σε καμιά γαλότσα
με τα ταϊσμένα ψάρια θεατές
να κοροϊδεύουν την τέλεια ανικανότητά σου στο ψάρεμα.
Αλλά την πείνα την ξεγελούσε τότε ένα φιλί
κι ο μόνος που στεναχωριόταν ήταν ο ουρανός όταν συννέφιαζε.
Αρχές Ιούνη.

Η πορεία της επιστροφής με τα κεφάλια σκυφτά
θύμιζε κακό όνειρο
κι ένας λιγότερος που αναπαυόταν στη σκιά της εξόρμησης,
βάραινε την ανάμνησή της για πάντα.
Ήταν η τελευταία μας απόπειρα.
Αν και μας καλόπαιρνε ο καιρός
εμείς τη συννεφιά την πήραμε μαζί ως το Σεπτέμβρη.
Σιωπηλοί, με ένα μάθημα ζωής χαρισμένο ξέφρενα
μοιράσαμε τους δρόμους όλους στη μέση
φωνάζοντας το αντίο απ' τα μάτια.
Ξαφνικά μεγάλωσε ο κόσμος
Κι εμείς
Ξαφνικά και το αντίο μεγάλωσε
και το βάρος του τσακίστηκε πάνω μας

                                                                                   τζιάτζιου μαρία